Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου

















Το ναυάγιο του "Αγία Ζώνη ΙΙ"



Πόνος ψυχής...
Στην ταλαιπωρημένη κλειστή θάλασσα του Αργοσαρωνικού,
και μετά τόση προσπάθεια πολλών ετών
για τη βελτίωση του οικοσυστήματός της,
βουλιάζει ένα σαπάκι με 2,5 χιλιάδες τόνους μαζούτ
δίνοντάς της τη χαριστική βολή!
Τα ερωτηματικά πολλά και μεγάλα:
1. Πώς πάει στον πάτο ένα (μικρό, έστω), γκαζάδικο,
σε 15, μόνο, λεπτά;
2. Πώς βυθίζεται ένα πλοίο σε συνθήκες μπουνάτσας;
3. Γιατί βουλιάζει ένα πλοίο αγκυροβολημένο;
4. Γενικότερα: έτσι βουλιάζουν τα πλοία;
5. Είχε διπλά τοιχώματα; είχε λέει ο πλοιοκτήτης.
Αλλά τότε, πώς διέφυγε το μαζούτ,
και μάλιστα τόσο γρήγορα;
6. Κινήθηκαν αμέσως τα σωστικά μέσα,
και εκείνα για τον εγκλωβισμό της ρύπανσης,
ή ήταν… ξημερώματα και... Κυριακή;
Η υπόθεση βρωμάει.
Κυριολεκτικά & μεταφορικά!

 Κάτι βρωμάει, έγραφα, σε προηγούμενο σχόλιό μου,
για το ναυάγιο του πλοίου «Αγία Ζώνη ΙΙ»,
που ρήμαξε τον Αργοσαρωνικό.
Και να που, πράγματι,
η μπόχα άρχισε, κιόλας, να μας πνίγει:
δύο πλοία του ίδιου πλοιοκτήτη
έχουν κατασχεθεί ως μεταφορικά μέσα λαθρεμπορίου!
Το σαπάκι που η ηλικία του πλησίαζε τον μισό(!) αιώνα
(ήταν ναυπηγημένο το… 1972!),
είχε ως επαγγελματική αποστολή
να εφοδιάζει με καύσιμα
άλλα πλοία, τα οποία ευρίσκοντο εν πλω.
Ένας πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού κάνει μια υπόθεση,
που φαίνεται να απαντά ικανοποιητικά
σε πολλά -αν όχι σε όλα- τα ερωτήματα:
ο πλοιοκτήτης πούλησε το φορτίο -το οποίο δεν του ανήκε-
σε κάποιον άλλον, μυστικά και παράνομα,
μεταφορτώνοντάς το σε άλλο πλοίο
που βρισκόταν μεσοπέλαγα.
(Σημειωτέον ότι η αξία του πλοίου
-το οποίο πήγαινε, έτσι κι αλλιώς, για παλιοσίδερα-
ήταν αμελητέα εν σχέσει με εκείνη του φορτίου του.)
Πούλησε, λοιπόν, το (ξένο) μαζούτ, ο πλοιοκτήτης,
εισέπραξε το υψηλότατο τίμημα και, κατόπιν,
γέμισε το πλοίο με θαλασσινό νερό ώστε να βυθιστεί,
αφήνοντας και κάποια ποσότητα μαζούτ,
ώστε να φαίνεται ότι όλο το φορτίο είναι μαζούτ.
Δύο έμπιστοί του ναυτικοί οι οποίοι επέβαιναν στο πλοίο
(ενώ, κατά τους κανονισμούς, θα έπρεπε να είναι τέσσερεις),
φρόντισαν να το στείλουν στον βυθό -αφού το υπερφόρτωσαν-
διοχετεύοντας νερό της θάλασσας μέσα στο μηχανοστάσιο
(απ’ όπου ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο),
γι’ αυτό και το σκάφος άρχισε να βουλιάζει από την πρύμνη.
Με τη υπόθεση αυτή «συνάδουν» και άλλα συμπαρομαρτούντα:
Η «δουλειά» έγινε νύχτα
-και μάλιστα ξημερώματα Κυριακής
που υπάρχει, έτσι κι αλλιώς, μία χαλαρότης-
ώστε τα γεγονότα να τυλίγονται σε μαύρο σκοτάδι,
και να μην υπάρξουν έγκαιρες αντιδράσεις.
Ένα άλλο «πλεονέκτημα» της «λύσης», ήταν
ότι η πετρελαιοκηλίδα θα εξαπλώνονταν
(αφού τη νύχτα δεν θα ήταν ορατή),
και όλα θα στρέφονταν σε άλλη κατεύθυνση,
τελείως αποπροσανατολιστική -μέθοδος… «σουπιά».
Οι δύο επιβαίνοντες επί του πλοίου ναυτικοί
δεν εξέπεμψαν αμέσως το γνωστό σήμα κινδύνου May Day,
ώστε να προχωρήσει απρόσκοπτα η βύθιση του πλοίου,
για να είναι σίγουρος ο καταποντισμός του «Αγία Ζώνη ΙΙ»,
και να μην υπάρχει καμία, απολύτως, ελπίδα διασώσεώς του.
Φαίνεται να είναι ένα σενάριο, με πολλή αληθοφάνεια.
Ας σημειωθεί, ακόμη, ότι το πλοίο έπλεε με βάση παράταση(!)
μιας άδειας που είχε από το αρμόδιο Υπουργείο,
-και όχι από κάποιον νηογνώμονα-, ενώ ήταν μονοπύθμενο,
-πράγμα που απαγορεύεται ρητώς από την νομοθεσία της Ε.Ε.!
(και) γι’ αυτό ελέγχεται ο χορηγήσας την παράταση.
Όλοι, δε, καταλαβαίνουμε πως θα μπορούσε,
να παρασχεθεί η εν λόγω παράταση…
Ένα άλλο θεσμικό ζήτημα είναι το πως και γιατί
δεν υπάρχει μία -και μόνο μία- αρχή
η οποία να χορηγεί το αξιόπλοον
-που δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας νηογνώμων-,
και όχι ένας υπαλληλίσκος υπουργείου!
Μία επιπλέον πληροφορία είναι ότι
το μοιραίο πλοίο «Αγία Ζώνη ΙΙ» δεν ήταν ασφαλισμένο.
Ο λόγος απλός, αν σκεφτούμε με βάση
το ανωτέρω (διόλου απίθανο) σενάριο:
θα έπρεπε να φαίνεται ότι ο πλοιοκτήτης κατεστράφη εντελώς.
Ασφάλιση υπήρχε μόνο για ζημίες έναντι τρίτων,
όπως αυτή που συνέβη
με τη ρύπανση της θάλασσας και των ακτών.
Η προβλεπόμενη από τους θεσμούς έρευνα
θα πρέπει να ρίξει άπλετο φως
στη βρωμερή, και υπό τις δύο έννοιες, υπόθεση,
και να αποκαλύψει με ποιο τρόπο και με ποια χρονική σειρά
έχουν, πράγματι, συμβεί ποια γεγονότα,
και ποια είναι, τελικά, η αλήθεια…

http://www.zougla.gr/zouglaport/naftoistories/article/epistoli-vomva-sto-zouglagr-gia-to-navagio-tis-salaminas#.WbrrpW3UYyw.facebook

ΟΡΟΠΕΔΙΑ ΑΣΚΥΦΟΥ, ΤΑΥΡΗΣ & ΝΙΑΤΟΥ, ΣΦΑΚΙΑΝΟ ΦΑΡΑΓΓΙ




























Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Γιασεμάκια






Η κυρά Λένη της Κοκκινιάς, o καταδότης, μια ιστορία… Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/

 Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου: …Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους. Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε” Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους .Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. “Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;” Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους”
Πηγη: fb Niki Vikou

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/

Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου: …Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους. Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε” Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους .Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. “Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;” Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους” Πηγη: fb Niki Vikou

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/
Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου: …Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους. Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε” Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους .Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. “Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;” Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους” Πηγη: fb Niki Vikou

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/
 http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/

[ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΣΗ] του Χάρη Βλαβιανού

http://www.bibliotheque.gr/article/44255

Του Τιμίου & Ζωοποιού Σταυρού

Η Υψωσις εν Ουρανώ του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, από του εν τη κορυφή της Ιδης ναϊδίου και το ζήτημα του Κρητός”.....
(Παύλου Γ. Βλαστού, 1894)
Παραμόν’ ήτο του Σταυρού που βγήκα σε κορφάλι,
και νύχτα, χασοφεγγαρία, μ’ αστροφεγγιά μεγάλη.
Να ιδώ τον Τίμιο Σταυρό να τονε προσκυνήσω,
μια χάρη με ευλάβεια θέλω να του ζητήσω.

Από ένα γέροντ’ ασκητή άκουσα να διηγάται,
– Που ιδή Σταυρό στον Ουρανό καλότυχος λογάται.
– Στου Ψηλορείτη την κορφή όπου ν’ η εκκλησία,
από κει μέσα ξεκινά με τόση παρρησία.
Κι η νύχτα, ημέρα γίνεται τον Ουρανό αναδεύγει,
κι εις τσι Μαδάρες τω Σφακιώ πάει και βασιλεύγει.
“Ο,τι ζητήσεις, δίδει σου, κι όλα τα πάθη γειαίνει
και σαν αστέρι χύνεται, σαν αστραπή διαβαίνει”.
Παράκληση και προσευχή βγήκα κι εγώ να κάμω,
πλούτη και δόξες δε ζητώ, χαραίς μηδέ και γάμο.
Γιατί αυτά εις τη σκλαβιά ποτέ δεν ωφελούνε,
ξανάστροφα γυρίζουνε και βάσανα γεννούνε.
Κι απής εβγήκα στο βιγλί σ’ το δροσερό αεράκι,
καθίζω να ξεκουραστώ επάνω στο χαράκι.
Βοσκοί κι αρνάκια στα βουνά ήσαν ησυχασμένα.
τα ξωτικά κι οι πατασμοί στον άδη στροβλισμένα.
Πουλιά, κοτσύφια, πέρδικες στα δάση είχαν κοιτάξει
λαγοί κι αγρίμια του βουνού κι αυτά είχανε λουπάξει.
Σαν να ‘χαν προνοητικό αγρύπνουν μ’ ησυχία,
για να συγκλίνουν στο Σταυρό του κόσμου τα στοιχεία.
Δεξιά, ζερβά σωντήρουνε και χαμηλά κι απάνω,
κι η μοναξιά μ’ ετάραξε και το Σταυρό μου κάνω.
Τα φανταξά δεν σκιάζωμαι, τους ζωντανούς ντηρούμαι,
χωσιά των Τουρκοκρητικών, αυτή μόνο φοβούμαι.
– Μα ξάφνου βλέπω στην κορφή του Γεροψηλορείτη,
Σαν ήλιος ν’ αχτινοβολά και φέγγει ούλ η Κρήτη.
Θωρώ τη στρογγυλή κορφή όπου τ’ αστέρια φτάνει,
στο κκλησιδάκι του Σταυρού, Χρυσός Σταυρός εφάνει.
Ο κόσμος όλος έφεξε με του Σταυρού τη λάμψη,
τρομάσσω σαν αμαρτωλός μην τύχη και με κάψει.
Θαμπόνουνται τα μάθια μου, δηλειό, σταυροκοπιούμαι,
μικρόψυχος ευρέθηκα και σήμερο λυπούμαι!
Διαβαίνει τα ουράνια χαρά Θεού και δόξα,
μα ‘γω που λίγον έλειψε να καταπιώ τη γλώσσα,
Η δύναμή μου εκόπηκε, το θάρρος, λιγοστεύγει,
κι ο νους μ’ από την κεφαλή επέταξε και φεύγει.
– Γκαρδιώνωμαι κι αντρεύγωμαι, μ’ άργησα ο καημένος
μακριά στα όρη τω Σφακιώ ήτον απογερμένος.
– Σταυρέ μου!… μια παράκλησι, μια χάρη να μου δώσεις,
την Κρήτη από την Τουρκιά να την ελευθερώσεις.
Μα ο Σταυρός είχε διαβεί… Ποιος άξιος ως του χρόνου,
πατόκορφα τα μέλη μου ιδρώνουν και ξεδρώνουν.
Κι ετάχθηκα ξυπόλυτος εις την Κορφή ν’ ανέβω,
αν μ’ αξιώση ο Σταυρός κείνο που του γυρεύγω.
– Πενήντα χρόνοι πέρασαν!.. που κάθε χρόνο πάλι,
παραμονεύγω το Σταυρό και βγαίνω στο κορφάλι,
και κάθε χρόνο λέσι μου, πολλοί που τον θωρούνε,
μα κείνοι άλλα των αλλών!… και πρόσκαιρα ζητούνε!
– Για την πατρίδα δε ρωτούν, τα μάταια γυρεύγουν,
κι οι Τούρκοι, δέρνουν, τυραννούν, κρεμνούν και μακελεύγουν.
Πίστις, κι ελπίς, θάρρος κι αντρεία, απόφαση κι ομόνοια,
μ’ αυτά οι σκλάβοι διώχνουνε, τυράννους και δαιμόνια!”.
πηγή: Χανιώτικα Νέα