Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Καπετάν Μανώλης Καζάνης

Ο Καπετάν Καζάνης

Επιμέλεια: Ιωάννα Σφακιανάκη

"Θα έχετε ακούσει τον Καπετάν Καζάνη,
τον μέγα Τουρκοφάγο και τον παληκαρά,
'που στα “είκοσι ένα” θαύματα είχε κάνει,
σκορπώντας εις τους Τούρκους φωτιά και συμφορά.
Θα έχετε ακούσει το θάρρος, την ψυχή του,
αλλά κανείς σας όμως πιστεύω να μην ξέρει,
στα πόσα εγγενήθη, ποιοι ήσαν οι γονείς του,
και η καταγωγή των, και από ποία μέρη...."

Είναι μερικοί στίχοι από το ποίημα του καπετάν Καζάνη από το ποιητικό έπος του Μιχ.Διαλλινά Καπετάν Καζάνης. Ποιός ήταν όμως ο Μανώλης Καζάνης; Ας τον γνωρίσουμε.
Λεγόταν Εμμμανουήλ Ροβύθης και γεννήθηκε το 1793 στο Μαρμακέτω Μεραμπέλλου. Ο πατέρας του λεγόταν Γεώργιος και η μητέρα του Στυλιανή. Το Μαρμακέτω (ή αλλιώς Μαρμακέτων ή Μαρμακέτο) είναι ένα μικρό χωριό που βρίσκεται στις ανατολικές πλευρές του Οροπεδίου Λασιθίου σε υψόμετρο 890μ, στους πρόποδες του λόφου Φακιδιά. Η ιστορία του χωριού όπως μαρτυρούν τα ευρήματα στον λόφο Κάστελο ξεκινάει από την Νεολιθική Εποχή (3500 π.Χ.). Στην κοινότητα του Μαρμακέτου ανήκει και ο οικισμός Φαρσάρω.
Η οικογένεια του δεν γνωρίζουμε από ποιο χωριό του Μεραμπέλλου έλκει την καταγωγή της. Πάντως αρκετοί ισχυρίζονται πως οι Καζάνηδες κατάγονται από το καπετανοχώρι Βραχάσι Μεραμπέλλου όπου είναι και οι ρίζες των Ροβύθηδων κι ακόμα εκεί κατοικούν πολλές οικογένειες με αυτό το επίθετο αλλά και το παρανώμι. Την ιστορία που θα δούμε παρακάτω την διηγήθηκε ο επίσης οπλαρχηγός φίλος μπιστικός και συμπολεμιστής του καπετάν Καζάνη ο Μανώλης Γιανναδάκης από το Βραχάσι στον Μιχάλη Διαλλινά κι αυτό ενισχύει την άποψη για την απώτερη καταγωγή των Καζάνηδων από το Βραχάσι.


Το παρατσούκλι Καζάνης το πήρε η οικογένεια το 1740 κατά τη βάφτιση του παππού του Μανώλη, όταν η οικογένεια του πήγε με σφαχτάρια και καλούδια να βαφτίσει τον μικρό -Μανώλη επίσης- στην Μονή Παναγίας Κρουσταλλένιας στο Οροπέδιο. Την ημέρα αυτή κατά το μυστήριο η Μονή υπέστη ληστρική επιδρομή από εξαγριωμένους τούρκους γενίτσαρους που άρπαξαν τα κοτόπουλα τα σφαχτάρια κι όλα τα φαγώσιμα και πολύτιμα που βρήκαν στη Μονή και φεύγοντας έσπασαν με μανία και την πήλινη κολυμπήθρα μπροστά στα έντρομα μάτια των φτωχών καλόγερων και των επισκεπτών για τα βαφτίσια. Ο ιερέας έστειλε τους νεαρούς καλόγερους σε παρακείμενο χωριό να βρουν κολυμπήθρα για να συνεχίσει την βάφτιση του παιδιού γιατί όπως είπε είναι αμαρτία να μην συνεχίσει το μυστήριο. Αλλά οι καλόγεροι μη βρίσκοντας πουθενά κολυμβήθρα έφεραν ένα μεγάλο καζάνι και εκεί έγινε η βάφτιση. Έτσι από Ροβύθης ο παππούς του Μανώλη πήρε το παρανόμι Καζάνης κι αυτό το όνομα ακολούθησε και τον Μανώλη.


Το 1810, όταν ακόμη ο Μανώλης Καζάνης ήταν 17 χρονών, ένας Τούρκος Αγάς από το Χουμεριάκο, ο Αληδάκος, πήγε στο Μαρμακέτω και προκαλούσε τους νέους σε μονομαχία θεωρώντας πως κανείς δεν θα τολμήσει να τα βάλει με αυτόν που ήταν αφ’ ενός εύρωστος και αφ’ ετέρου είχε πίσω του ολάκερη στρατιά τούρκων. Την πρόκληση αποδέχτηκε ο Μανώλης Καζάνης παρ’ όλες τις αντιρρήσεις και τις εκκλήσεις του πατέρα του και κατόρθωσε να ρίξει κάτω πολύ σύντομα τον Αληδάκο.
Αυτός μπαμπέσικα έβγαλε το όπλο του κι άρχισε να πυροβολά το νεαρό παιδί που όμως είχε προλάβει με δυο δρασκελιές να εξαφανιστεί.
Ο Αληδάκος δεν μπόρεσε να καταπιεί την προσβολή που του γίνηκε και παραφύλαξε τον πατέρα του Μανώλη όταν με το γαϊδουράκι του πήγαινε στο Χουμεριάκο να πουλήσει τα ζαρζαβατικά του. Τον ξυλοφόρτωσε άγρια του πέταξε τα εμπορεύματα του κάτω, τα τσαλαπάτησε και έκοψε τα αυτιά και την ουρά του άμοιρου ζώου του.
Ο πατέρας Καζάνης γύρισε περίλυπος και καταμολωπισμένος στο σπίτι και είπε του γιού του: «Παιδί μου είδες τι έκανες που δεν με άκουσες; Τώρα να τι πάθαμε και με κάνεις να υποφέρω».
Ο Μανώλης κατέστρωσε πολύ σύντομα σχέδιο εκδίκησης για τον Γενίτσαρο Αληδάκο. Του την έστησε το λοιπόν ένα βράδυ αφού παρακολούθησε τις συνήθειες του και τον άρπαξε πισθάγκωνα βάζοντας του το μαχαίρι στο λαιμό. Τον οδήγησε στο Μαρμακέτω κι αφού τον ξυλοφόρτωσε καλά-καλά όπως του άξιζε, τον έβαλε να ζητήσει συχώρεση από τον πατέρα του και να του ανταποδώσει τις ξυλιές που είχε φάει.
Τον περιέφερε και στο χωριό να ορκιστεί πως θα γίνει από δω και πέρα αρωγός και φίλος των Χριστιανών και τον έβαλε να πληρώσει πεντακόσια γρόσια από πάνω στον πατέρα του και να αγοράσει το άμοιρο κουτσάφτικο γαϊδουράκι. Από τότε ο Αληδάκος έγινε πρόβατο κι ο Μανώλης Καζάνης είδωλο ηρωισμού στο Μεραμπέλλο.
Όμως φοβούμενος την οργή των άλλων Αγάδων ξεκίνησε την Χαίνικη ζωή και βγήκε στο βουνό πολεμώντας τους Τούρκους και την κάθε άδικη ενέργεια προς τους Χριστιανούς. Όλοι οι Χαίνηδες έκαναν θεάρεστο έργο βοηθώντας τους φτωχούς Χριστιανούς που τους καταλήστευαν τις περιουσίες και τα πενιχρά τους εισοδήματα οι Τούρκοι Αγάδες με την απειλή των όπλων αλλά και πόσες κοπέλες δεν γλύτωσαν από τον βιασμό και την ατίμωση όταν ορμούσαν μέσα στους οντάδες να τις απελευθερώσουν με κίνδυνο τη ζωή τους.
Ο Μανώλης Καζάνης έφτιαξε ένα αρκετά ισχυρό αντάρτικο σώμα και συνεργάστηκε με τον Αλεξομανώλη από την Κριτσά, τον Μουρουνομανώλη από το Χουμεριάκο, ενώ στην ομάδα του πολέμησαν πιστά ο Φουσκογιώργης κι ο Γιάννης Κουτσουράκης ή Πατσιδιώτης από την Νεάπολη, η Ροδάνθη (ως Σπανομανώλης) από την Κριτσά, ο Μανώλης Γιανναδάκης από το Βραχάσι, ο Γιαμάκης κ.α. ηρωικοί Μεραμπελλιώτες. Πολέμησαν στις μάχες της Κριτσάς της Ιεράπετρας και σε όλες τις μάχες του 1821-23.
Το 1825 αφού καταπνίγηκε μια ακόμη επανάσταση των Κρητικών, αναγκάστηκε μαζί με πολλούς συντρόφους του να καταφύγει στη Στερεά Ελλάδα όπου και συνέχισε την πολεμική του δράση. Κλείστηκε στο Μεσολόγγι και κατά την ηρωική έξοδο, τραυματίστηκε βαριά και ύστερα από πάρα πολλές ταλαιπωρίες, κατέφυγε με τους συντρόφους του στο Ναύπλιο.
Εκεί γνωρίστηκε με κάποιον τσιφλικά (γαιοκτήμονα) από την Νάξο ονόματι Λάσκαρη που τον προσέλαβε να δουλέψει στα κτήματα του. Μαζί τον ακολούθησαν κι άλλοι σύντροφοί του κι επίσης ένας Γιαμάκης που ήταν πρωτοπαλίκαρο του. Ο Γιαμάκης έκανε οικογένεια στην Νάξο και συνέχισε εκεί τη ζωή του.
Ο Μανώλης Καζάνης, γέρος πια και εξαντλημένος από τις μάχες, χωρίς σύνταξη από το κράτος όπως πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί, φεύγει από τη ζωή το 1846.
Έφυγε φτωχός ξεχασμένος από την πολιτεία και ταλαιπωρημένος ο μεγάλος αυτός Χαίνης της Ανατολικής Κρήτης. Δεν έκανε δική του οικογένεια για να αγωνιστεί για την πατρίδα. Αυτό ήταν το μεγαλείο της ψυχής του. Θυσίασε όλη του τη ζωή για την λευτεριά.
Τάφηκε στη Νάξο και στα κτήματα όπου δούλευε. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ, παρά τις αναζητήσεις από τους απογόνους του.
Το χωριό του μετά από 120 χρόνια το 1968 τον τίμησε τοποθετώντας το άγαλμα του στο κεντρικότερο σημείο του. Οι αγώνες του και η Χαίνικη μοναχική ζωή του θα μας θυμίζουν ότι οποιαδήποτε θυσία μας είναι μικρή, μπροστά στο μεγαλείο της πατρίδας μας.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΗ
Όλο το επικό ποίημα για τον Εμμ.Ροβύθη/Καζάνη
"Θα έχετε ακούσει τον Καπετάν Καζάνη,
τον μέγα Τουρκοφάγο και τον παληκαρά,
'που στα “είκοσι ένα” θαύματα είχε κάνει,
σκορπώντας εις τους Τούρκους φωτιά και συμφορά.
Θα έχετε ακούσει το θάρρος, την ψυχή του,
αλλά κανείς σας όμως πιστεύω να μην ξέρει,
στα πόσα εγγενήθη, ποιοι ήσαν οι γονείς του,
και η καταγωγή των, και από ποία μέρη.
Για κείνο εν συντόμω τώρα θα προσπαθήσω.
(αλλά να δούμε όμως εάν θα τα καταφέρω).
Τον αρχικόν του βίον να σας εξιστορήσω,
φρονών στην ιστορία πως κάτι θα προσφέρω.
Στα χίλια επτακόσια ενηνήντα έξ' γεννήθη.
Θα ήταν καθώς λέγουν Φλεβάρης ή και Μάρτης,
στο Μαρμακέτο, (είναι χωρίον στον Λασήθι)
εκεί επρωτοείδε τον ήλιο ο αντάρτης.
Τον κύρη του τον έλεγαν Γεώργιο Ροβίθη,
την μάνα του ελέγαν (ως μούπαν) Στυλιανή,
από τους φτωχοτέρους ήσανε στο Λασήθι,
πλην ήσανε οι πρώτοι καλοί Χριστιανοί.
Καλά! Θα μου ειπήτε σαν ήτανε Ροβίθης
πως τώρα να μας λέγεις πως ήτανε Καζάνης,
ή θέλεις να μας παίζεις ή ίσως επλανήθης,
και πως από Ραβίθη Καζάνη μας τον κάνεις.
Ούτε το εν συμβαίνει μα ούτε και το άλλο,
αλλ' όμως κύριοι μου έαν ακροασθείτε,
θα δείτε την αλήθεια πως λέγω και δεν σφάλλω
κι εις τα λεγόμενα μου όλοι σας θα πεισθείτε.
Στα χίλια επτακόσια σαράντα εγεννήθη,
ο πάππος του Μανώλης (και τούτος παληκάρι),
αλλ' ακριβώς ετότε εβγήκαν στο Λασήθι
ν' αρπάξουν και να κλέψουν Τούρκοι και Γενιτσάροι.
Αβάφτιστο παιδί 'τον όταν στην Κρουσταλένια,
οι χωρικοί γονείς του το παν να το βαφτίσουν,
ανάβουν τα κανδύλια, φέρνουν μια χωματένια
μεγάλη κολυμβήθρα. Μα πριν τακτοποιήσουν,
εν γένει όλα τα πάντα, ν' αρχίσουν οι παππάδες,
πριν το παιδί ακόμα το βάπτισμα του πάρει,
γροικούν αλόγων γδούπους, και φτάνουν οι αγάδες,
και μπαίνουν αγριεμένοι πεζοί και καβαλάροι.
Τους καλογέρους όλους πιάνουνε και ληστεύουν,
αρνιά και κότες παίρνουν και ποιός θα τους ομίλει;
Μπαίνουν στην εκκλησία κι εδώ κι εκεί γυρεύουν
και σπουν την κολυμβήθρα και φεύγουνε οι σκύλοι.
Σαν έφυγαν κατόπιν, ο Γούμενος τους λέγει,
πως το παιδί να μείνει αβάφτιστο δεν κάνει.
Στέλνει, μια κολυμβήθρα σ' άλλο χωριό γυρεύει,
μα όμως δεν ευρήκαν μονάχα ένα καζάνι,
που βάζουνε το βρέφος μέσα και το βαφτίζει.
Τούμεινε, παρατσούκλι επίθετον Καζάνη.
Την σήμερον ετούτο κανείς δεν το γνωρίζει.
Θα πείτε πως το ξέρεις και άλλος δεν το ξέρει;
Ο Γέρω Γιανναδάκης μου τάχει λεομένα,
που ήταν του Καζάνη το δεξιό του χέρι,
γιατί συμπολεμούσαν εις τα είκοσι ένα.
Αχ! οι παλιοί πεθάναν, ετάφηκαν ομάδι,
τ' άφθαστα μεγαλεία κι ανδραγαθήματά των,
του Έθνους της κορώνας κάθε λαμπρό πετράδι,
ετάφηκε μαζί των μέσα στα μνήματά των.
Γι ' κείνουν που δοξάσαν κατά την Ιστορία,
και Έθνος και πατρίδα (σας βεβαιώ αλήθεια)
αν σήμερον μιλήσης, σουν λέν έχεις μωρία,
ή λέγεις φλυαρίες κι άνοστα παραμύθια.
Την ένδοξη κορώνα που 'φόρει στο κεφάλι,
μ' ατίμητα πετράδια 'περήφανα η Μάνα,
τώρα καταπατούνε Άγγλοι, Ρώσσοι και Γάλλοι,
και θέλουν από Μάνα να γίνει παραμάνα!
Μα αυτή η παραμάνα σας έχει γαλουχίσει,
σας έμαθ' επιστήμας, σας έχει ανυψώσει.
Τώρα για πληρωμή της καθείς κοιτά να χύσει,
φαρμάκι στην ψυχή της για την θανατώση.
Τη φτωχοπαραμάνα αυτή, θα τ' αρνηθήτε,
πως εγυμνώσατε όλοι; και τα φορέματα της,
εβάλετε γελώντες; χωρίς καν να 'ντραπήτε!
Ρωτώ σας πως βρεθήαν σ' εσάς τ' αγάλματά της;
Αλήθεια παραμάνα και διδασκάλισσά σας,
είναι η φτωχή μας Μάνα. Αλήθεια λαοπλάνοι,
αυτή 'που δεν σας μέλλει για τα συμφέροντάς σας,
να της φορέσουν άλλοι τ' ακάνθινο στέφάνι.
Μα και να την σταυρώστε, επάνω στο σταυρό της,
οπόταν θα εκπνεύση το άχραντό της σώμα,
περήφανο θα είναι το θείο πρόσωπό της
και πεθαμένη θα 'νε πλεια όμορφη ακόμα.
Αχ σήμερον η ύλη το άτιμο το χρήμα,
κάθε σωστή ιδέα εύκολα μεταβάλει,
και ζωντανό πολλάκις θάπτει μέσα στο μνήμα,
αυτό που προσπαθούνε ν' αναστηλώσουν άλλοι.
Έφυγα από το θέμα χωρίς να το 'ννοήσω
με την πολυλογία θε να με βαρεθείτε*
Αχ! τα παλιά τα χρόνια με κάνουν να δακρύσω,
λοιπόν γυρνώ στο θέμα και να με συγχωρείτε.....
Θα εξακολουθήσω την πρώτη ιστορία
του Καπετάν Καζάνη – το μέτρο όμως θ' αλλάξω
σύντομα θα μιλήσω με χωρίς θεωρία
Γιατί πολύ φοβούμε πως θα σας σε νυστάξω.
Αφού θ' αλλάξω μέτρον ίσως θα μου ειπήτε
πως ιδιοτροπία θα έχω και μεγάλη*
Ναι* αλλά ένα πράγμα ρωτώ και αποκριθήτε
πλειο ιδιότροποι μου δεν είναι τάχα άλλοι;
Την εποχή που έκοβε του Τούρκου η μαχαίρα
εύκολα τους χριστιανούς κι' άδικα πέρα πέρα.
Όχι γιατ' ήσαν άνανδροι κ' οι Τούρκοι ανδρειωμένοι
μόνον γιατ´ ήσαν άοπλοι κι' οι Τούρκοι οπλισμένοι.
Η δε Φραγκιά που δύνατο αυτά να τα μποδίση
έκανε την αδιάφορη χωρίς να ομιλήση.
Στου Μεραμβέλλου τα χωριά Τούρκοι εκατοικούσαν
και τους αθώους χριστιανούς εκατατυρανούσαν
με αδικιές με εγγαριές πολλών λογιών οι σκύλοι
αλλά αυτά τα ξεύρετε' και μοναχά τα χείλη
θ' ανοίξω για να σας ειπώ για ένα “Αληδάκο”
που κατοικούσε στο χωργιό που λένε “Χουμεριάκο”.
Μακρύς σαν στρουθοκάμηλος· φαγάς ίδια σαν γλάρος
φλύρος κακορίζικος της γής μεγάλο βάρος.
Εφτά τουρκάλες είχενε σε πέντε χρόνια πάρει
μα και τσ' εφτά ταις πώλησε σαν σκλάβες στο παζάρι.
Με τα σαπηλοκόντακα φορούσε δυο πιστόλες
και τας επαρονόμοιαζε ο ίδιος “μαργιόλες”.
Είχανε άφθονη σκουρά κ' ήταν και ραγισμένες
και με της αίγας το λουρί τας είχενε δεμένες.
Είχε ποδάρια πελαργού και κουκουβάγιας μύτη
και Τούρκο ασχημότερο δεν είχε εις την Κρήτη.
Έπρεπε να τον έβλεπες τον ψεύτη καβαλάρη
θα νόμιζες πως έβλεπες “γάϊδαρο στο μουλάρι”.
Γιατ' ανοιγμένες είχενε πάντοτε ταις μασκάλες
και τα ποδάρια κρεμαστά απ' έξω 'πο ταις σκάλαις.
Δεν ήτο γέρος· μα 'βαφε πάντοτε τα μαλλιά του,
κ' έπαιζε ολομόναχος πάλι τα μούτσουνά του.
Εις το τζαμί δεν πήγαινε· (Και τι 'θελε γυρεύει;
π' ο ίδιος δεν εγνώριζε σαν τι θεό λατρεύει).
Κρασί ακράτο έπινε το κάθε Ραμαζάνι
χοίρινο κρέας έψηνε μαζί με το κουρμπάνι.
Από αυτά θα νοιώσετε τα προτερήματά του.
Το τάγμα του Βελζεβεούλ πως είχε στην καρδιά του.
Ήξευρε τέχν' όμως καλή· ζώα εμουνουχούσε
και σε μετόχια και χωριά κ' εδώ κ' εκεί γυρνούσε
και μουνουχούσε άλογα και χοίρους και μουλάρια
κ' εγέμιζε το σπίτι του κριθάρια και σιτάρια.
Ήτο και χεροδύναμος πάντοτε εκαυχάτο
πως δεν ευρέθηκε κανείς να τονέ ρίξει κάτω.
Και πράγματι ο άθλιος σαν ήθελ' αγριέψη
δεν αποφάσιζε κανείς μαζί του να παλέψη.
Μια μέρα του μηνύσανε να πάει μην αργήση
εις το Λασίθι μερικά ζώα να μουνουχίση.
Κ' ευθύς τα εργαλεία του μέσα στο σάκκο βάνει
την ίδια μέρα 'πο βραδύς στο Μαρμακέτο φθάνει.
Σ' ενός γνωστού του έμεινε και πρωί αρχίζει
χοίρους μουλαρο-γαϊδουρα ευθύς να μουνουχίζη.
Είπαμε χεροδύναμος και καυχησάρης ήτο
γ' αυτό 'λεγε συχνά πυκνά κανένα δεν φοβείτο.
“Δυο δυο ελάτε οι Ρωμιοί κ' εγώ σας σε παλεύω
για να το καταλάβετε ότι δεν χωρατεύω.”
Μα όμως την αλήθεια αν θέλετε να πούμε;
μόνο αυτό το “Τσούμαρο” λιγάκι που φοβούμαι.
Το σώμα του το μπόϊ του του δείχνει πως μια μέρα
δεν θα μπορεί κανείς μ' αυτό για να βγάλη πέρα.
Αυτά 'λέγε και έδειχνε τον Καπετάν Καζάνη
που μόλις τότε άρχισε μουστάκι για να βγάνη.
Αυτός τον γνώριζε καλά γιατί εσυνηθούσε
στο σπίτι του πατέρα του πολλάκις κ' εδειπνούσε.
-Έλα του λέγει Τσούμαρε σίμωσ' εδώ κοντά μου
για να παλέψωμε να δείς μωρέ την ανδρειά μου.
-Όχι (του λέγει ο μικρός) ετούτο δεν το κάνω
είμαι παιδί και με εσέ ξεύρω πως δεν τα βάνω.
Αγάς όμως ξεζώσθηκε αμέσως τ' άρματά του
και αγκαλιάζει τον μικρό και τον τραβά κοντά του.
-Παραίτησέ το μια στιγμή Αγά να του μιλήσω
(λέγ' ο πατέρας του παιδιού) και ίσως να το πείσω.
Παίρνει ο πατέρας το παιδί κρυφά και τ' αρμηνεύει
να αρνηθή το πάλεμα να πη πως δεν παλεύει.
Μ' αν επιμένει ο Αγάς για να μην τον ντροπιάσει
να πέσει μόνος ο μικρός μα πράγμα δεν θα χάση.
-Πατέρα (όμως τ' απαντά) τότε μόνον θα πέσω
όταν από τη δύναμη που 'χει δεν θα μπορέσω
να στηριχθώ στα πόδια μου, αυτό να γνωρίζεις·
δεν πέφτω θεληματικώς μονάχα μη μανίζεις.
-Ακόμη δεν τα είπατε; Αγάς τους σε φωνάζει
και χύνεται και το μικρό πάλι ξαναγκαλιάζει.
Τραβά Αγάς το Τσούμαρο μα κείνο ωσάν βράχος
εστέκετο αδιάσειστος κι αμέριμνος μονάχος.
Κι ενώ προσπάθει ο Αγάς για να τον ρίξη κάτω
ο Τσούμαρος παντάπασι ούτε το συλλογάτο.
Ο Αληδάκος δύναμη όση κι αν είχε βάνει
παίζει του μια, παίζει του δυο μα τίποτε δεν κάνει
ο Τσούμαρος δεν έκαμε βήμα δεν εκουνούσε
ενώ Αγάς 'πο μέσα του το εμετανοούσε.
-Αγά του λέγει προσοχή τώρα θα προσπαθήσω
να 'δω κ' εγώ εάν μπορώ να σε μετακινήσω.
Και σφίγγει τον αδυνατά και πάνω τον σηκώνει
και σαν τον τράγο δια μιας στη γη τον εξαπλώνει
Τα φρύδια του κατάσπασαν, τ' αυτιά του κάτω κλείνα
κ' έχασ' από την κεφαλή φέσι και φουνταρίναν!
Οι χωργιανοί λεν του μικρού τι στέκεις και ξανοίγεις;
θα σε σκοτώσει σαν σκωθή μόνο ευθύς να φύγης.
Σαν εσηκώθη πράγματι σέρνει φωνή μεγάλη.
-Που' νε του σκύλου το παιδί που πόδα μ' έχει βάλει
και με απάτη μ' έριξε! Που 'νε να το πληρώσω!
Βαλάχ μπιλάχ το άπιστο που 'νε να το σκοτώσω.
-Αυτό (του λένε) έφυγε να! Κοίτα το κει πέρα
και την πιστόλα τράβηξε και στέλλει του μια σφαίρα'.
Μα ούτε στα μεσόστρατα δεν έφθασε εκείνη
ήταν μακρυά πολύ μακρυά' κ' Αγάς φαρμάκι πίνει.
-Σήμερον (λέγει) τα στοιχειά μ' κυνηγούνε όλα'
κι' απ' το θυμό του έκαμε κομμάτι τη πιστόλα.
Κι' από τη λύσσα κ' εντροπή χωρίς να ομιλήση
αμέσως ετοιμάσθηκε για να αναχωρήσει.
Αυτός όπου καυχότανε! το πρώτο παληκάρι(!)
κι ' ούτε τα μουνουχιστικά δεν στάθηκε να πάρη.
Σεπτέμβρης μήνα ήτανε π' ο κύρης του Καζάνη
Απιδο-μηλο-κύδωνα ένα φορτίο κάνει,
και βάνει μεσοσώμαρα καρύδια ένα σάκκο
και ξεκινά ο δυστυχής να πα’ στο Χουμεριάκο
όπου 'χε φίλους γνώριμους εκεί να τα πωλήση
να πάρη τίποτε λιανά και πίσω να γυρίση.
Μα ο Αληδάκος να τον δη αφρίζ' ευθύς και τρίζει
κι' από μακρυά αρχίνισε για να τον εξυβρίζη.
-Τι μου 'φερες τα μούτρα σου εδώ να τα κοιτάζω
και ποιος μου διδ' υπομονή σκύλε και δεν σε σφάζω;
που τον υγιό σου έβαλε μωρέ να με προσβάλλη
και πράγματι με πρόσβαλε με μπαμπεσά μεγάλη.
Ο γέρως ν' απολογηθεί πάει, μα δεν αφήνει
ο Αληδάκος το σκυλί, μόν' μια ραβδιά του δίνει
που ‘πεσε κάτω παρευθύς! Κι αντίκρυ Τούρκοι τόσοι
εστέκανε αδιάφοροι να δουν αν τον σκοτώση.
Κι αφού τον εκατάδειρε φωνάζει τα Τουρκάκια
κ' αράσουν καταπάνω του ίδια σαν τα σκυλάκια
με γιουχαϊσματα, βρυσές πολλών λογιώ τον βρίζουν
και τα σακκιά που είχε στον ζώον του ξεσχίζουν
και πέρνουν τα μηλάπηδα έπειτα τον εδιώξαν
κι ως και του μουλαργιού τ' αυτιά και την ουρά εκόψαν.
Με της ντροπής τα μάγουλα με κρέατα δαρμένα
με ζώον όπου είχενε αυτιά κι' ουρά κομένα
γυρίζ' ο γέρως ο φτωχός οπίσω στο χωργιό του
κι' από μακρυά φορτώθηκε κ' έλεγε στο υιγιό του.
-Μανώλη αν δεν πάλευες εσύ μ' αυτό το σκύλο
δεν θα ‘τρωγα στα γέρα μου άδικα τόσο ξύλο.
Ο γυιός του τον λυπήθηκε' επόνεσε η καρδιά του
που μόλις συνεκράτησε τότε τα δάκρυά του.
-Έχε (του λέγει) υπομονή και μη παραπονάσαι
θα τ' ακριβοπληρώσ' αυτά Αγάς και μη λυπάσαι.
Λίγος καιρός επέρασε π' ο κύρις του Καζάνη
απ' ταις πληγαίς και ραβδισμούς τελείως είχε γιάνη
κι' ούτε στο νου του τόβανε ούτε το συλλογάτο
Μα έλα δα ο Τσούμαρος που δεν το βάνει κάτω!
Την προσβολή την πατρική θέλει για να ξεπλύνη
κι ο πόθος τούτος ήσυχο ποτέ δεν το αφήνει.
Και μια βραδιά χειμωνική επήρε εις το χέρι
ένα ραβδί και έβαλε στη μέσ' ένα μαχαίρι.
Στο Χουμεριάκο ξεκινά να πάη ν' ανταμώση
το φίλο του πατέρα του για να τονε πληρώση.
Έφθασε τα μεσάνυκτα και σ' ένα σπίτι μπαίνει
ενός γνωστού και εκεί τρεις μέρες μόνος μένει
χωρίς να παρουσιασθεί κ' εκαιροφυλακτούσε
τον Αληδάκο του να βρη γιατί τον αγαπούσε.
Βορράς και νότος ήσανε μια βραδυνιά πιασμένοι
όταν από τον καφενέ τον Τούρκικο εβγαίνει
ο Αληδάκος μόνος βαροαρματωμένος
να πάη εις το σπήτι του κι' ήτον και σκεπασμένος
ένα καπότο τσόχινο, κι ένα μακρύ μπιχίνη
που συνηθούσε κ' έβανε με χρώμα μενεβίνη.
Μα τη στιγμή που ήγγιζε στην πόρτα του ν' ανοίξει
γροικά μια χέρα ζωντανή επάνω του ν' αγγίξει.
-Ποιος είσαι σέρνει μια φωνή. -Άπιστε μη μιλήσης
Γιατ' αν φωνάξεις θα χαθείς αμέσως δεν θα ζήσεις
μόνο παραίτα τ' άρματα ποιος είμαι ; με γνωρίζεις.
-Να σου τα δώσω Μανωληό και καμ' ότι ορίζεις.
Του παραδίδει τ' άρματα ευθύς γιατ' εφοβήθη.
-Εμπρός (του λέγει) παρευθύς να πάμε στο Λασήθι.
Επαρακάλιε, έτασε αλλά σαν είδε όμως
πως θα 'μπαινε σ' ενέργεια του μπαρουτιού ο νόμος
Έτρεχε με τα τέσσαρα ημπόρει δεν ημπόρει
και φθάνουν ξημερώματα στου Λασηθιού τα όρη.
Εγλυκοχάραζ' η αυγή -ο κύρης του Καζάνη
μετάπνυσε και ξύπνησε και λέγει προς τον Γιάννη
τον γιό του. - Σήκω των βουγιώ να ρίξης λίγα χόρτα
οπότε “Άνοιξε” γροικούν και τάκα -τουκ στην πόρτα
Τρέχει κι' ανοίγει ο γεροντής αλλ' όμως τι κυττάζει;
θέαμα που τη μια γελά την άλλ' αναστενάζει!
Βλέπει το γιό του γελαστό και μορφαρματωμένο
και τον Αγά περίλυπο μεσοξεπαγιασμένο!
Με πρόσωπο ολομάτωτο, με κούτελα σπασμένα!
τα μάτια του 'λοκόκκινα και σαν αυγά πρησμένα!
Σαν το μουζούρ' απ' ταις πληγαίς εγίνηκε η κλάβα!
Κι έγερν' εδώ κι έγερν' εκεί σαν τη παληοκαράβα!
Ξυπόλυτο! Και των ποδιών τα δάκτυλα σπασμένα!
και τα Τοζλούκια του 'σανε κομμάτια γινομένα
απ' τα γλυστρο-πεσίματα που 'χε στο δρόμο κάμει
κ' έστεκε χωρίς oμιλιά, κ' έτρεμε σαν καλάμι.
Κάθησε (λέγ' ο Τσούμαρος) Αγά μου ξεκουράσου
Κουράσθηκες; συνήφερε' έλα στο λογικά σου.
Και συ πατέρα φέρε 'δω το “Άγιο Τεφτέρι”
που είναι απ' αγριόπρινο αμέσως είς το χέρι.
Και ότι γράφει του Αγά πως χρεωστεί να δώσεις
Τους ραβδισμούς που σού 'παιξε με τόκον να πληρώσης
Σαν πόσαις σου κατάφερε; -Παιδί μου δεν θυμούμαι
αλλά αυτά περάσανε· μονάχα να σας βρούμε
τίποτε για το φαγητό γιατί θε να πεινάτε
που να καθήσετε κ' οι δυό με τον Αγά να φάτε.
-Κατόπιν είναι το φαγί αφού λογαριασθούμε
έχωμε ύστερα καιρό να φάμε και να πιούμε.
Θυμάσαι πόσους ραβδισμούς πατέρα σού 'χει παίξει;
-Τι να σου πω; τας μέτρουνε έως τας δέκα έξι
κ' έπειτα λυποθύμησα κ' εξάπλωσα στο χώμα
πιστεύω πως θα μου ‘παιξε μια δεκαριά ακόμα.
-Λοιπόν για πιάσε το ραβδί να τους ταις επιστρέψης
γιατί θα του χρειάζονται. -Ποτέ μην το πιστέψεις
(φωνάζει τότε ο γεροντής) πως θα γενή παιδί μου
μόνο παραίτα τον Αγά που να 'χης την ευχή μου.
Τότε με μάνιτα πολύ του λέγει ο Μανώλης
που από τον πολύ θυμό εσυγκρατείτο μόλις.
-Αν δεν του δώσης τις ραβδιές που σου ‘δωσε οπίσω
Ήμαρτον θέ μου ήμαρτον. Εσένα θα ραβδίσω
κι αφού το έργον μου αυτό θε ν' αποτελειώσω
και τον Αγά τον φίλον σου μπροστά σου θα σκοτώσω.
-Παίξε μου γέρω κάμποσες απάλαφρα στη ράχη
που να γλυτώσωμε κι' οι δυό γιατ' ίσως όρκο θα 'χει
είπε ο Αγάς – Αδυνατές λέγ' ο Μανώλης πάλι
κοιτάζοντας τους και τους δυό με μάνιτα μεγάλη.
Ο γέρος τότε σκώθηκε και τον Αγά αρχίζει
αλύπητα και δυνατά να τον καταραβδίζει
κι' αυτός σε κάθε ραβδισμό εφώναζε “ινσάφι”
ο δε Μανώλης ταις ξυλιές μια μια στον τοίχο γράφει.
Σαν έφθασε στον αριθμό 30 λέγει “στέκα”.
Δώσε του για ενθύμιση και για τον τόκο δέκα
ακόμα ραβδισμούς καλούς κι' αν του εκαλοφάνει,
το φέρσιμο που σου ‘καμε ας σου το ξανακάνει.
Παίζει τ' ακόμα κάμποσες κ' έπειτα τον αφήνει
κι' από το τόσο κόπανο ολόπριστος εγίνη.
Εις την αξιοδάκρυτη αυτή σαν ήλθε θέσι
θελ' ο Μανώλης ύστερα τραπέζι να του στέσει
Για να διασκεδάσουνε να φάνε και να πιούνε
κι αν έφταιξε ο εις τ' αλλού για να συγχωρεθούνε.
Μ' Αγάς του λέει “Μανωληό εγώ φαϊ δεν θέλω
μον' να γυρίσω γρήγορα πίσω στο Μεραμβέλλο.”
-Είσαι ελεύθερος Αγά να πας εις το χωριό σου
κ' ότι έπαθες τη σήμερο τα φταίει το μυαλό σου.
Μάλιστα θα κουράσθηκες και θα σου κάμω χάρι
να πάρεις το κουτσαύτικο και μαύρο μας μουλάρι
αυτό που του ‘κοψες τ' αυτιά και την ουρά Αληδάκο
σαν έδειρες τον κύρι μου κάτω στο Χουμεριάκο.
Μα δεν σου το χαρίζωμε μόνο θα το πληρώσης
και πεντακόσα γρόσια γι' αυτό θε να μας δώσης
Κι αν δεν τα στείλης μόνος μου θε να 'ρθω να τα πάρω
που δεν γλυτώνεις κι' αδερφοί να είσθε με το χάρο.
Κι διπλοπαραγγέλω σου Ρωμιούς να μην πειράζεις
γιατί κ' αυτοί 'χουνε ψυχή και να τους λογαριάζεις.
Κι' όταν θελήσεις Χριστιανού τίποτε να μιλήσεις
με ζάχαρη κι' ανθόνερο το στόμα να γεμίσεις
Εάν μου πουν πως έκαμες ανοησίας άλλας
δεν θα γροικήσης μοναχά τη ζεστασιά της μπάλας.
Έφυγ' Αγάς και γύρισε το βράδυ στο χωριό του
κ' επήγε και ξεπέζεψε νύκτα στο σπιτικό του.
Και δέκα μέρες μοναχός στα σκοτεινά εκλείσθη
στε του γιάναν πληγές κι' η κεφαλή ξεπρήσθη.
Πρώτη δουλειά του ήταν σαν έγιανε να στείλει
τα πεντακόσα γρόσια σε κεντητό μανδήλι
Κατόπιν τους Χριστιανούς τόσον τους αγαπούσε
που πάντοτε μ' ευγένεια και σπλάχνος τους μιλούσε
Κι' ουδ' άλλους Τούρκους άφηνε να τους κακολογούνε
“Φοβέρα θέλουν οι κακοί να περιορισθούνε.”
Αυτή 'τανε η ανδρειά η πρώτη του Καζάνη
όπου δεν επροσκύνησε ποτέ Τούρκου φερμάνι
Κι αυτό εγίνηκ' αφορμή κι εις το βουνό εβγήκε
Και τ' όνομα τ' αθάνατο στην ιστορία αφήκε."
0

Προσθέστε ένα σχόλιο

 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Για την Κύπρο Του Κ. Γ. Καζανάκη

Αναλυτικότερα: Τι να έκανε η Ελλάδα @Georgios Venianakis, και ποια αντίδραση να υπάρξει όταν οι αρμόδιοι αρχηγοί των όπλων που ήταν, ακόμη, οι χουντικοί, συμβούλεψαν τον Καραμανλή να μην κάνει την παραμικρή πολεμική ενέργεια, γιατί θα επακολουθούσε Ελληνοτουρκική σύρραξη, με αποτέλεσμα να χάσουμε όχι μόνον το σύνολον της Κύπρου, αλλά και άλλα εθνικά εδάφη, αφού εγνώριζαν πολύ καλά, και μεταξύ των άλλων, ότι:
1. Είχε υπάρξει προδοσία,
2. Ήμασταν σε μειονεκτική στρατηγική θέση στην Κύπρο,αφού δεν είχαμε -λόγω αποστάσεως- αεροπορική κάλυψη. Και χωρίς αυτήν ο οποιοσδήποτε πόλεμος είναι χαμένος από χέρι! Αυτό, βέβαια, δεν το έμαθαν μετά, το εγνώριζαν από τα πριν, αλλά είχαμε να κάνουμε με εθνικούς προδότες!
3. Οι επίστρατοι βρήκαν ένα στρατό-μπάχαλο! άνοιγαν τα κιβώτια όπου υποτίθεται θα έβρισκαν τα όπλα τους, και έβρισκαν μέσα… πέτρες! Χαρακτηριστικό της διάλυσης των Ενόπλων μας Δυνάμεων είναι το γεγονός ότι στείλανε τα Noratlas χωρίς να ειδοποιήσουν την αεράμυνα της Κύπρου, με αποτέλεσμα να καταρρίψουν οι Κύπριοι το πρώτο Noratlas, και να φονευθούν παντελώς άδικα 35 παλληκάρια μας από φίλια πυρά!
Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε προσφερθεί προσωπικά να μπαρκάρει σε αντιτορπιλικό, και να κατευθυνθεί στη μαρτυρική Μεγαλόνησο! «Θα σας βουλιάξουν οι Τούρκοι κύριε Πρόεδρε» του απάντησαν οι στρατηγοί της Χούντας!
Και το «Η Κύπρος κείται μακράν» που είπε ο Καραμανλής, σήμαινε αυτό, ακριβώς, που έγραψα παραπάνω: Ενώ το τούρκικο αεροπλάνο ήταν σε πέντε λεπτά επάνω από την Κύπρο, και βομβάρδιζε για μια ώρα, το δικό μας ήθελε μία ώρα για να φτάσει από το κοντινότερο ελληνικό αεροδρόμιο, με χρόνο παραμονής πάνω από τη Μεγαλόνησο πέντε λεπτά της ώρας!
Αν, ο Καραμανλής, παρασυρόταν και ξεκινούσε πόλεμο, θα κλαίγαμε σήμερα τη μισή Ελλάδα!

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Χεμινγουέι για την καταστροφήτης Σμύρνης

https://www.dinfo.gr/%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%cf%85%ce%bc%ce%b1%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%ce%bc%cf%8d%cf%81%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1/?fbclid=IwAR3vpPTc53RzPt6B24eaVeT81EMDIPU86pPkT02dR558Rw345036ldJDp1E

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Για τον Κολοκοτρώνη

https://fanpage.gr/stories/4-fevroyarioy-1843-etsi-pethane-o-th-kolokotronis-ton-entysan-me-tin-stoli-toy-antistratigoy-toy-ezosan-ta-spathi-kai-evalan-kato-apo-ta-podia-toy-mia-toyrkiki-simaia/?fbclid=IwAR3X-KLsyvGNFDGz1m4bQNSQu4WJ2In1tRsNaRCswi5YH1lET5Xru8Au2to

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Από την απαγωγή του Κράιπε. Του Γιώργου Παπαδάκη.

Μια στιγμή μετέωρη στο χρόνο…
«Ο Μίκης * έφερε στρατιωτικές στολές για μένα και τον Μπίλι.
Δεν μπορώ να θυμηθώ που τις βρήκε- ήταν θερινές στολές ,σε ανοιχτό γκρι χρώμα.
Είχε βρει επωμίδες και διακριτικά ,σιρίτια και πηλίκια υποδεκανέων. Αρκετά πειστικά όλα για το λίγο που θα τα έβλεπε κανείς.Είχε φέρει μέχρι και μια πινακίδα τροχονόμου ,με λευκό και κόκκινο κύκλο.Δοκιμάσαμε τις στολές με τα δικά μας αυτόματα κολτ στη ζώνη με τις γερμανικές αγκράφες που έγραφαν Gott Mit Uns* και στιλέτα κομάντο ως επιπλέον όπλα .
Είχα μόλις ξυρίσει το μουστάκι μου και ο Μίκης μας φωτογράφιζε ,όταν ο Παύλος* σήμανε συναγερμό…»(από το βιβλίο «Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε» του P.L.Fermor)

Ο Γουίλιαμ Στάνλεϊ Μος ή «Μπίλι» και ο Πάτρικ Λη Φέρμορ ή «Μιχάλης» ή «Φιλεντέμ» ,δοκιμάζουν τις γερμανικές στολές ,που λίγες ώρες αργότερα θα χρησιμοποιήσουν στην απαγωγή του Διοικητή του «Φρουρίου Κρήτη» ,Στρατηγού Κράιπε.Η σκηνή εκτυλίσσεται στην αγροικία του Παύλου Ζωγραφιστού στο Σκαλάνι Ηρακλείου ,πολύ κοντά στη διασταύρωση των Αρχανών ,το σημείο της ενέδρας.
Ο «Μίκης» ,ο Μιχάλης Ακουμιανάκης φωτογραφίζει τους δυό Εγγλέζους με τη μηχανή του «Μπίλι» (Μος)…
Δευτερόλεπτα αργότερα ,στην είσοδο εμφανίζονται τέσσερις Γερμανοί.Ο Φέρμορ ,ο Μος και ο Μίκης κρύβονται στο πατάρι με τα πιστόλια στα χέρια.Ευτυχώς οι Γερμανοί δεν ήρθαν ερευνώντας κατασκόπους ,αλλά… :
«Και μετά ανέβηκε ο Παύλος κάτωχρος. Μας είπε πως οι Γερμανοί είχαν έρθει, αν ήταν δυνατόν, να ζητήσουν φαγητό! Φυσικά, πρόσθεσε, παρά τη μακρά συζήτηση ,είχαν φύγει με άδεια χέρια» (από το βιβλίο «Κακό Φεγγαραντάμωμα» του W.S.Moss)
Η φωτογραφία αυτή ,είναι από τις πιο εμβληματικές της απαγωγής,αν και λιγότερο γνωστή από άλλες.
Και είναι η πιο εμβληματική γιατί «αιχμαλωτίζει» στο χρόνο το έξοχο πνεύμα των απαγωγέων του Κράιπε.Και των δυό νεαρών Βρετανών ,αλλά και των Κρητικών της ομάδας που σε λίγο ,μαζί ,θα παίξουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα σε μια από τις πιο διάσημες καταδρομικές επιχειρήσεις του ΒΠΠ.
Ειναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση οι δυό Αγγλοι πιτσιρικάδες στη φωτογραφία,γιατί ξέρουν ποιους έχουν μαζί τους:
«Αυτή η αυθόρμητη ανάπτυξη (σ.σ.της Αντίστασης στην Κρήτη) που στηριζόταν στο καθήκον να πολεμήσουν τον εχθρό –γράφει ο Φέρμορ-και να προσφέρουν χείρα βοήθειας στους Συμμάχους τους ,κινητοποίησε τα καλύτερα κομμάτια του νησιού,όλους τους φυσικούς ηγέτες ,ότι θαρραλέο ,ανιδιοτελές και σοφότερο υπήρχε στο νησί»
Κάποιοι ,μικρόψυχα και τότε και σήμερα κατέκριναν την επιχείρηση ως «στρατιωτικά άχρηστη» και «αγγλοκίνητη».
Η απάντηση είναι απλή.Δεν χρειάζεται πάντα να διαλύσεις στη μάχη τον εχθρό για να του τσακίσεις το ηθικό.
Αρκεί να του αρπάξεις ένα στρατηγό ,σα να βουτάς ένα σακί πατάτες.
Για να δώσεις και σ ένα λαό που συνθλίβεται ,την έννοια της συνοχής, την ελπίδα ,το πείσμα και την πεποίθηση της νίκης.
Ακριβώς ότι έγινε δηλαδή και στον επίσης «αγγλοκίνητο» Γοργοτόπαμο.
Αλλωστε και την απαγωγή του Κράιπε τη δικαιώνει πέρα για πέρα το γεγονός πως οι Κρητικοί σήμερα μιλούν ακόμη για αυτήν με τέτοια ζέση ,σα να είχαν όλοι συμμετοχή!
Και λιγότερο για τα σκληρά αντίποινα που ακολούθησαν και αυτήν, όπως όλες τις πράξεις Αντίστασης…
*Ο «Μίκης» ήταν ο Μιχάλης Ακουμιανάκης από την Κνωσσό (ο πατέρας του υπήρξε αρχιεπιστατης του Έβανς) .Αρχηγός της πολύτιμης για το Συμμαχικό αγώνα οργάνωσης «Πληροφοριών και Δολιοφθορών» υπό την εποπτεία της SOE.Αντικατέστησε τον Γιώργο Δουνδουλάκη όταν αυτός πέρασε στην αμερικανική OSS.
*«Ο Θεός μαζί μας» ,επιγραφή στην πόρπη της γερμανικής στρατιωτικής ζώνης.
*Παύλος Ζωγραφιστός από τις Πατσιδες Ηρακλείου .Μέλος της οργάνωσης του Ακουμιανάκη .Σημαντικός παράγοντας στην απαγωγή.
Η ιστορική φωτογραφία προέρχεται από το οικογενειακό αρχείο του Λοχαγού Στάνλεϊ Μος. Την δημοσίευσε ο Gianis Despotakis στην ομάδα Battle of Crete, historical research and collections.
Στην έγχρωμη φωτογραφία .Η αγροικία του Ζωγραφιστού στο Σκαλάνι ,όπως είναι σήμερα.Η γωνία λήψης είναι ακριβώς ίδια με εκείνη του 1944.
Γ. Δ. Π.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Μια μαρτυρία για τον Εμφύλιο. Του Θ. Κάππου


Κάτι παλιό.
                            O Σκαράκης, ο Ποδιάς και η Κλάδου

Πολλά γράφονται με αφορμή τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το τελευταίο διάστημα για τον Εμφύλιο στην Κρήτη. Συμφωνίες για κατάπαυση του πυρός, συνεννόηση για ειρήνευση και διάφορα άλλα που ξεπερνούν σε πολλές περιπτώσεις την ίδια την ιστορική πραγματικότητα.
Ας ξεκινήσουμε από κάποια βασικά:  Οι Γερμανοί φεύγουν από την Κρήτη τον Μάϊο του 1945, όταν στην υπόλοιπη Ελλάδα έχουν αποχωρήσει από τα τέλη του 1944. Οι λόγοι γνωστοί και άγνωστοι, γεγονότα και υποθέσεις που έχει εξετάσει και μελετήσει η ιστορία.
Κάποιος θα μπορούσε αβίαστα να πει πως έφυγαν από το Ηράκλειο, αλλά η «Οχυρά Θέση Κρήτης» μια περιοχή από την Γεωργιούπολη μέχρι τον Κίσσαμο, από τα Λευκά Όρη ως την παραλία ήταν στον έλεγχο Γερμανών και Ιταλών.
Ένα γεγονός που σταδιακά δίνει χώρο και χρόνο στους Άγγλους και στις παρακρατικές οργανώσεις να λάβουν θέσεις. Μια αγαστή τριμερής  συνεργασία με μοναδικό στόχο τη διάλυση καθετί αριστερού και δημοκρατικού στην Κρήτη.
Δολοφονίες, εκτελέσεις, βασανισμοί. Η αρχή μιας συνέχειας που μέχρι τα τέλη του 1949 θα στιγματίσει την Κρήτη.  Πολλά τα παραδείγματα και οι περιπτώσεις.
Το πιο χαρακτηριστικό: Οι Στάβλοι του Μπαντουβά. Ένας πρώην στάβλος στο κέντρο του Ηρακλείου που σταδιακά μετατράπηκε σε κολαστήριο, χώρο βασανιστηρίων και εκτελέσεων από τη συμμορία των Μπαντουβάδων και «συνεργάτες» τους.
Ο Στρατής Περγιαλίδης, ο Γιάννης Ρουκουνάκης, η Μαρία Λιοδάκη (σύντροφος του Ν. Σουκατζίδη), η Μαρία Δρανδάκη, ο Μιχάλης Λαμπράκης πέθαναν μετά από κάθε λογής βασανιστήρια στη «Μακρόνησο» της Κρήτης.
Ο Παύλος Γύπαρης γνωστό για τη δράση του από τα χρόνια των Μακεδονικών Πολέμων, τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, την επίθεση εναντίον του Βασίλη Αυλωνίτη στο θέατρο Κοτοπούλη σε μια παράσταση που σατίριζε τον Βενιζέλο και τη δημιουργία για τη δημιουργία του σώματος «χωροφυλάκων άνευ θητείας» έχει μερτικό στην ιστορία του Εμφυλίου στην Κρήτη.
 «Σεβασμιώτατε. Αι πληροφορίαι ας μου εδώκατε προχθές προφορικώς και συγκεκριμένως διά τους Γερμανούς Δ/τάς, ότι των εγεννήθη η σκέψις διά να έλθω εις τα Χανιά με την ελπίδα ότι εγώ θα ημπορούσα να επιβάλω την τάξιν εις τους αναρχικούς κ.λπ. ομολογώ ότι άφισε ασυγκίνητον».
Αίτημα του προς τον Διοικητή της Κρήτης Επίσκοπο Αποκορώνου και Κυδωνίας Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη το 1945, με αίτημα την ανάληψη δράσης απέναντι στους «αναρχικούς», που δεν ήταν άλλοι από τους αριστερούς και δημοκρατικούς πολίτες της Κρήτης.
Ο Στέφανος Σκαράκης. Μόλις 19 χρονών. «Ο Στέφανος Σκαράκης ήταν δραστήριος ΕΠΟΝίτης, ομαδάρχης της 3ης ομάδας της ΕΠΟΝ στα Χανιά, έμενε στη συνοικία Τοπανά κοντά στη Νέα Χώρα. Τον έπιασαν την 1η Σεπτέμβρη του 1944 στη στοά απέναντι από την Τριμάρτυρη (τη Μητρόπολη Χανίων στην οδό Χάληδων), τον οδήγησαν στο κολαστήριο της Αγιάς και τον εκτέλεσαν μαζί με άλλους 53 Χανιώτες αγωνιστές. Ήταν 16 Σεπτεμβρίου 1944. Ο Στέφανος ήταν 19 χρονών. Ήταν ο τελευταίος ΕΠΟΝίτης που εκτελέστηκε από τους κατακτητές»
«Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ». 
Ο Γιάννης Ποδιάς καπετάνιος του Δημοκρατικού Στρατού, ένας πραγματικός ηγέτης του λαού της Κρήτης σκοτώνεται το 1948 στον Ψηλορείτη , του οποίου το κεφάλι οι Μπαντουβάδες κόβουν μόλις τον βρίσκουν νεκρό για να το παλουκώσουν αφού κατακρεουργούν το υπόλοιπο σώμα του.
Η Βαγγελιώ Κλάδου μια προσωπικότητα πολιτική και επιστημονική για την Κρήτη της εποχής. Τελευταίο υψηλό στέλεχος του ΚΚΕ στον Εμφύλιο σκοτώνεται στις 6 Δεκεμβρίου 1949.
Η αχώριστη συντρόφισσα της Βαγγελιώς, Αργυρώ Κοκοβλή γράφει για τις τελευταίες στιγμές της μεγάλης αυτής μαχήτριας:
«Ξεκινήσαμε από τους πρόποδες του βουνού, από τις Καρές του Άποκορώνου. Είμασταν έξι. Η Μαρία (σημείωση: το ψευδώνυμο της Ευαγγελίας Κλάδου στον ΔΣΕ), ο Μήτσος Τσαγκαράκης, ο Βάνιας Παντελίδης, ο Λευτέρης Ηλιάκης, ο Νίκος Κοκοβλής και εγώ. Προορισμός μας η σπηλιά στα Αναφυντοχάλαρα που δεν την γνώριζαν παρά ελάχιστοι. Εκεί θα κάναμε σταθμό, πριν φύγουμε γι αλλού. Περπατήσαμε ολόκληρη νύκτα, μέσα σε παγωνιά και βροχόνερο. Τα ξημερώματα βρήκαμε τη σπηλιά. Λίγο αργότερα έπεσε πυκνή ομίχλη και τότε σκεφθήκαμε ν' ανάψουμε μια μικρή φωτιά και να βράσουμε λίγο αλεύρι που είχαμε, να φάμε κουρκούτι. Ξαφνικά η ομίχλη διάλυσε. Σ' αυτό το διάστημα φαίνεται πως μας είδαν από το απόσπασμα. Αμέσως μετά η ομίχλη έπιασε και πάλι πυκνότερη. Αυτό βοήθησε τους άνδρες του αποσπάσματος που πλησίασαν κάνοντας κλοιό γύρω από τη σπηλιά. Μεσημέρι πια αποφάσισε ο Λευτέρης Ηλιάκης να πάει να φέρει νερό από μια πηγή. Έξω βρισκόταν και ο Βάνιας σκοπός. Στα 10-15 μέτρα βρέθηκαν μπροστά στους άνδρες του αποσπάσματος. Ο Βάνιας άρχισε να πυροβολεί. Πεταχτήκαμε έξω από τη σπηλιά και οι υπόλοιποι. Με την πρώτη ή την δεύτερη σφαίρα από το απόσπασμα τραυματίσθηκε στο χέρι η Μαρία. Τότε ζήτησε να την σκοτώσουμε και ταυτόχρονα έδωσε στόχο στις σφαίρες, που την βρήκαν και την άφησαν νεκρή. Λίγο μετά τραυματίστηκε και ο Τσαγκαράκης που δυο ώρες αργότερα πέθανε εκεί. Εμείς συνεχίσαμε μέχρι που νύχτωσε και τότε μπορέσαμε να περάσουμε από τη μοναδική δίοδο, ανάμεσα από τις σφαίρες και τους άνδρες του αποσπάσματος. Πίσω έμεινε και ο Ηλιακής που είχε βρεθεί σε ένα βαθύ λάκκο κρυμμένος. Φύγαμε αφήνοντας τους δυο συντρόφους πίσω νεκρούς».
Οι διώκτες αφού θα κόψουν τις κεφαλές των δύο αγωνιστών θα ξεκινήσουν την γνωστή και συνηθισμένη στις εποχές αυτές, βάρβαρη τελετουργία πανηγυρικής περιφοράς και έκθεσής τους στα χωριά της περιοχής.
Θα διηγηθεί στη συνέχεια ο Αλέκος Μαθιουδάκης:
«Μεταξύ των χωριών που την πέρασαν ήταν και το μεγάλο χωριό το Καλάμι, που ήταν οι φυλακές που μας κρατούσαν, πάνω από 700 κρατούμενους, οι περισσότεροι θανατοποινίτες.
Την ίδια μέρα στο επισκεπτήριο οι επισκέπτες μας έδωσαν την είδηση για την περασιά του κεφαλιού της Βαγγέλας Κλάδου έξω πριν λίγες ώρες.
Μπούμεραγκ γύρισε ο «θρίαμβος» των διωκτών της Βαγγέλας. Ο κόσμος αντί να τους θαυμάζει τους έβαζε στη χορεία των μιασμάτων του έθνους».
Τα οστά της Βαγγέλας θα βρεθούν πολλά χρόνια αργότερα, από τον αδελφό της Γιώργο Κλάδο και κάποιους από τους επιζώντες συντρόφους της. Τον Αύγουστο του 1978, όπου θα μεταφερθούν στα Ανώγεια για να θαφτούν με όλες τις πρέπουσες τιμές.
Επειδή λοιπόν το «δίκιο είναι ζόρικο πολύ», το «ιστορικό δίκιο» επιτακτική ανάγκη, ας μην ξεχνάμε πως η λάθος μνήμη σκοτώνει δύο φορές και ας προσπαθήσουμε να δώσουμε στην ιστορία μας τη θέση που της αξίζει.
 WWW.tkappos.gr

Τρεμπεσίνα

Η χιονισμένη κορυφή ,αυτή που κρύβεται μέσα στα σύννεφα ,είναι η ανθρωποφάγος Τρεμπεσίνα .
Υψόμετρο 1924.Γενάρης του 41 .Χιονοθύελλα .Οι Χανιώτες του 14ου Συντάγματος της 5ης Μεραρχίας είναι στα πόδια του βουνού .Στην κορυφή οι Ιταλοί Αλπίνοι. Κάθετη η βουνοπλαγιά .Απαρτη.
«Αδύνατον» αναφωνεί ο Νικόλαος Σπένδος ,ο Συνταγματάρχης ,στην εντολή «προχωρείτε!».
Πώς να στείλεις τους στρατιώτες στη σίγουρη σφαγή;
Πώς να ανεβάσεις 1500 παγωμένους στρατιώτες ακάλυπτους ,στην κάθετη ,κρυσταλωμένη βουνοπλαγιά ,εκεί που δεν γαντζώνει μήτε σίδερο και που τη γαζώνουν τα πολυβόλα ;
Ναι είναι «Αδύνατον».
«Εγώ παιδιά θα πάω .Κι όποιος θέλει έρχεται.Αμα παγώνουμε εμείς εδώ κάτω ,αυτοί εκεί πάνω θα χουν γίνει κούτσουρα»
Τον λένε Ησίοδο.
Ησίοδο Τσίγκο.Μικρασιάτης από τα Βουρλά.Το μόνο αγόρι της οικογένειας που γλίτωσε από τους Τσέτες ,χάρη σε ένα Τούρκο γείτονα που έκρυψε αυτόν και τη μάνα του σ ένα κάρο.Και βγήκαν στα Χανιά .Εκεί μεγάλωσε.Τώρα ,έφεδρος ανθυπολοχαγός ,ελλείψει μονίμων ,διοικεί τον 11ο Λόχο.
«Λοιπόν ,εγώ πάω»
-«μα κ Ανθυπολοχαγέ ο Συνταγματάρχης δεν το ξέρει!»
«Θα του το πούμε άμα φτάσουμε»
Τον ακολουθούν σαράντα.
Ανεβαίνουν .Καρφώνουν τις ξιφολόγχες στον πάγο κι ανεβαίνουν .
Δεν τους χτυπούν τα πολυβόλα .Μα τους χτυπά πιο άγρια η θύελλα.
Τους ξυλιάζει τα πόδια και τους αχρηστεύει τα δάχτυλα.Μέχρι και το δάκρυ τους παγώνει.
Ανεβαίνουν .Από τη μέση κι απάνω κάθε 50 μέτρα χάνουν κι έναν.
Μα ανεβαίνουν .
Φτάνουν στο 1924 !
Εφτά κι ένας ο ανθυπολοχαγός οχτώ…
Τα ξυλιασμένα χέρια είναι αδύνατο να περάσουν ξιφολόγχη στα τουφέκια.
Τις κραδαίνουν σα μαχαίρια και πέφτουν στα Ιταλικά αμπριά.
Αδεια!
Ψυχή ζώσα!
Οι Ιταλοί φοβήθηκαν τον παγωμένο θάνατο και φύγαν!
Κατέβηκαν χαμηλά να σωθούν μέχρι να κοπάσει ο δαίμονας.
Κονσέρβες ,τσιγάρα , σοκολάτες όλα στη θέση τους .Τακτοποιημένα .
Το ίδιο τα βαριά πολυβόλα και δυό –τρείς μικροί όλμοι.
«Γυρίστε τα από την άλλη!» φωνάζει ο Ησίοδος.
«Θα ρθούνε το πρωί!»
Και έρχονται το πρωί που χει πάψει η θύελλα .Τραγουδώντας να ξαναπιάσουνε τα αμπριά τους…
Και τους θερίζουνε τα δικά τους πολυβόλα!
Οσοι ζούνε το βάζουνε τα πόδια ,να ειδοποιήσουν πως την κορφή την πιάσανε οι Ελληνες!
Μα το ίδιο κάνει κι ο Τσίγκος .Φωνάζει στον γκρεμό ,όσοι από τους δικούς του δεν είναι παγωμένοι ,να μην ανέβουν .Να γυρίσουν στο Σύνταγμα .Να πουν πως θέλουμε ενισχύσεις στην κορυφή!
Στο μεταξύ φαίνονται οι Ιταλοί στη βορεινή ρίζα .Δυό ολόκληρα Συντάγματα Αλπινιστών ανεβαίνουν να ξαναπάρουν το βουνό .
Μα είναι αργά!Ο Παπαστεργίου ,ο Μέραρχος, έχει προλάβει να τους ανεβάσει όλους στο βουνο!Ολόκληρη τη Μεραρχία Κρήτης!
Αριστερά οι Ρεθυμνιώτες του 44ου .Στο Κέντρο οι Χανιώτες του 14ου και δεξιά οι Καστρινοί κι οι Λασιθιώτες του 43ου.
Οι Ιταλοί δεν είναι δειλοί .Ορμούν .Πιάνονται χέρι με χέρι οι Κρητικοί με τους Τυρολέζους και τα παιδιά από τα Απένινα.
Γλυστρούν και πέφτουν αγκαλιασμένοι στις παγωμένες χαράδρες και στις τρύπες του βουνού.
Κοντά δυο μέρες σκοτώνονται ,ώσπου το πράμα γίνεται ξεκάθαρο
Οι Κρητικοί πήραν την Τρεμπεσίνα!*

Γ.Δ.Π.
*Την καταπληκτική αυτή φωτογραφία δεν την τράβηξε κάποιος πολεμικός ανταποκριτής .Δεν είναι φωτογραφία προπαγάνδας .Την τράβηξε μια νοσοκόμα του Ελληνικού Στρατού ,η Μαρία Χρουσάκη.Χάρη στον Βασίλη Χολέβα δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.
Είναι Ιταλοί αιχμάλωτοι ,πολλοί τραυματισμένοι ,με τους Ελληνες φρουρούς τους
Στην κοιλάδα του Αώου.Στο βάθος η φονική Τρεμπεσίνα.
*Το μικρό αυτό κείμενο το αφιερώνω σε ένα θείο που δεν γνώρισα και που σίγουρα έχει μείνει μια μικρή αόρατη κουκίδα στο βάθος αυτής της φωτογραφίας..Τον έλεγαν Παπαδάκη Νικόλαο του Γεωργίου, στρατιώτης στο 43 Σύνταγμα .
Θα την «αφιερώσω» κιόλας όμως ,σε όλους τους σύγχρονους «Ελληνες» που γουστάρουν να λιντσάρουν.Αλλά και στους άλλους «Ελληνες» που γουστάρουν να λιντσάρουν εκείνους που λιντσάρουν…

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΕΚΡΟΙ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ



ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΕΚΡΟΙ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Γράφει ο: Λεωνίδας Καλλιβρετάκης
MAKEΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 1904-1908
Νεκροί στρατιωτικοί και μέλη εθελοντικών ενόπλων σωμάιων 2000
Θύματα άμαχου πληθυσμού που απεβίωσαν με βίαιο θάνατο 1500
Στα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΠΞΣ (ΓΈΣ/ΔΙΣ) αναφέρονται επωνύμως 955 νεκροί μαχητές, από τους οποίους 70 Έλληνες οπλαρχηγοί [17 βαθμοφόροι του τακτικού Ελληνικού Στρατού και 53 εθελοντές], 315 οπλίτες και 570 πράκτορες της ελληνικής κυβέρνησης.
…………
Δεν υπάρχουν επαρκή -στοιχεία για τις απώλειες μεταξύ των ντόπιων που ανήκαν σε ένοπλες ομάδες. Δεν υπάρχουν πλήρη συγκεντρωτικά τεκμηριωμένα στοιχεία για τους αμάχους.
Ο Κ. Ι. Μαζαράκης-Αινιάν, βασιζόμενος σε γαλλική δημοσίευση, αναφέρει 1.200 που φονεύθηκαν μέχρι το 1907. Στο αρχείο Εξαδακτύλου αναφέρονται επωνύμως 475 ‘Ελληνες πρόκριτοι, δάσκαλοι, κληρικρί κ.τ.λ. που φονεύθηκαν στο διάστημα 1904-1905.
Α’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1912-1913
Ο Ελληνικός Στρατός είχε 2,374 νεκρούς {143 Σωματικούς και 2.231 στρατιώτες}, από τους οποίους οι 763 σκοτώθηκαν στο Μακεδόνικο Μέτωπο (81 αξιωματικοί και 6 8 2 στρατιώτες) και οι 1.611 στο Μέτωπο της Ηπείρου (62 αξιωματικοί και 1.549 στρατιώτες).
Β’ΒΑΛΚΑΝΙΚΌΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1913
Ο Ελληνικός Στράτος είχε 5,851 νεκρούς (164 Αξιωματικούς κοι 5.687 στρατιώτες). Επιπλέον καταγράφονται, αθροιοτικά και για τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, 188 αγνοούμενοι και 1.558 αποβιώσαντες από άλλα αίτια κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Δεν υπάρχουν πλήρη συγκεντρωτικά τεκμηριωμένα στοιχεία για τις απώλειες μεταξύ των αμάχων κατοίκων των περιοχών όπου διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις.
ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΙKO ΚΙΝΗΜΑ Β. ΗΠΕΙΡΟΥ 1914
165 νεκροί. Ο αριθμός αφορά τους Έλληνες υπηκόους, στρατιωτικούς ή μη, που έλαβαν μέρος στα γεγονότα και όχι στους ντόπιους, για τους οποίους δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία.
Α ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1916-1918
Ο Ελληνικός Στρατός είχε πάνω από 2500 νεκρούς.
Δεν υπάρχουν πλήρη συγκεντρωτικά τεκμηριωμένα στοιχεία, λόγω και των ειδικών συνθηκών του διχασμού. Κατά τις συγκρούσεις μεταξύ υπερασπιστών του βασιλιά Κωνσταντίνου και συμμαχικών δυνάμεων εντός των Αθηνών στις 19 Νοεμβρίου 1916 , 0 Ελληνικός Στρατός είχε 30 νεκρούς (4 αξιωματικούς και 26 στρατιώτες).
Κατά τις μάχες της άνοιξης του 1917 στο Μακεδόνικο Μέτωπο, αναφέρονται ελληνικές απώλειες 108 (7 αξιωματικοί και 101 στρατιώτες).
Στη Μάχη του Σκρα (17 Μαΐου 1918) οι απώλειες των τριών ελληνικών Μεραρχιών ήταν 605 νεκροί και αγνοούμενοι (31 αξιωματικοί και 574 στρατιώτες).
Στη Μάχη της Δοϊράνης (5-6 Σεπτεμβρίου 1918) οι απώλειες των τριών ελληνικών Μεραρχιών ήταν 567 νεκροί και αγνοούμενοι (44 αξιωματικοί και 523 στρατιώτες).
Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 1918, οι συνολικές απώλειες του Ε.Σ., σύμφωνα με γαλλικές πηγές, ήταν 1.505 (70 αξιωματικοί, 1.435 στρατιώτες), από τους οποίους 834 νεκροί και 671 αγνοούμενοι. Οι απώλειες της Πολεμικής Αεροπορίας ήταν 17 άνδρες
ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ 1919
398 νεκροί.Από τους οποίους αξιωματικοί 18 και στρατιώτες 380. Τα στοιχεία βασίζονται στην έκθεση πεπραγμένων του Α’ Σώματος Στρατού.
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ 1919-1922
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΙΧΕ 42.500 νεκρούς.
ΘΥΜΑΤΑ ΑΜΑΧΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 400.000
«Ελλείψει επαρκών στοιχείων», ο Ελληνικός Στρατός βασίζεται για τις απώλειες του σε γαλλικές πηγές, που καταγράφουν 42.335 νεκρούς και αγνοούμενους, που κατανέμονται ως εξής: αξιωματικοί 1.408 (108 το 1919-1920. 400 το 1921 κοι 900 το 1922), στρατιώτες 40.927 (3.286 το 1919-1920.7.741 το 1921 κοι 29.900 το 1922). Ο απώλειες της Πολεμικής Αεροπορίας ήταν 23 άνδρες.
Για τους αμάχους δεν υπάρχουν πλήρη συγκεντρωτικά τεκμηριωμένο στοιχεία.
Αν δεχθούμε στατικά τον αριθμό των 1.782.000 Μικρασιατιύν ορθοδόξων της Πατριαρχικής απογραφής τού 1912 και αφαιρέσουμε τους 1 250.000 πρόσφυγες που καταγράφηκαν στην Ελλάδα το 1928, έχουμε μια διαφορά 532.000 ατόμων, ορισμένοι από τους οποίους πέθαναν στην Ελλάδα μεταξύ 1922 και 1928, ενώ κάποιοι άλλοι παρέμειναν στη Μικρασία και κατόρθωσαν να επιβιώσουν εκεί. Ενας αριθμός λοιπόν περίπου 400.000 θυμάτων και παραπάνω δεν πρέπει να αφίσταται δραματικά του πραγματικού.
Β ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-1945
Ο Ελληνικός Στρατός και οι εθελοντές που πήραν τα όπλα είχαν 43.500 νεκρούς
Θύματα άμαχου πληθυσμού 143.500
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
1) ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ (1940-1941)
Ο Ελληνικός Στρατός είχε 15000 νεκρούς
Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (Αλβανικό Μέτωπο) και τον Ελληνογερμανικό Πόλεμο (Μακεδόνικο Μέτωπο) του 1940-1941, αναφέρονται 14.614 νεκροί και αγνοούμενοι (αξιωματικοί 741 και στρατιώτες 13.873), αλλά απουσιάζουν οι αγνοούμενοι του Μακεδόνικου Μετώπου, διότι «δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία». Στο ίδιο διάστημα, οι απώλειες του Πολεμικού Ναυτικού ήταν 235 (31 αξιωματικοί, 5 4 υπαξιωματικοί και 150 ναυτοδίοποι), ενώ οι απώλειες της Πολεμικής Αεροπορίας ήταν 52 άνδρες. Δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία για τα θύματα των βομβαρδισμών μεταξύ των αμάχων.
2) ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)
Ο Ελληνικός Στρατός και οι εθελοντές που πήραν τα όπλα είχαν 1200 νεκρούς
Θύματα άμαχου πληθυσμού 2000
Βρετανοί-Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί νεκροί 3600
Μαχόμενοι κατά των Γερμανών εισβολέων εκτιμάται ότι έπεσαν «υπερχίλιοι» μαχητές, από τους οποίους οι 456 ανήκαν στις τακτικές δυνάμεις και οι υπόλοιποι ήταν ντόπιοι που πήραν τα όπλα. Κατά τη Μάχη της Κρήτης και στις αμέσως επόμενες ημέρες εκτιμάται ότι οι Γερμανοί εκτέλεσαν περί τους 2.000 αμάχους. Ενδεικτικά, 240 σκοτώθηκαν στον Νομό Χανίων και 80 στον Νομό Ρεθύμνης. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τα θύματα των βομβαρδισμών.
3)ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ – ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1941-1945)
Ο Ελληνικός Στρατός είχε 1300 νεκρούς
Ο Ελληνικός Στρατός καταγράφει εμμέσως περί τους 900 νεκρούς και αγνοούμενους.
Οι απώλειες της 1 ης Ταξιαρχίας στη Μάχη του El Alamein το 1942 ήταν 89 και της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας στο Rimini το 1944, 116. Στο ίδιο διάστημα, οι απώλειες του Πολεμικού Ναυτικού ήταν 280 (40 αξιωματικοί, 64 υπαξιωματικοί και 176 – ναυτοδίοποι), ενώ οι απώλειες της Πολεμικής Αεροπορίας 86 άνδρες. Στα βρετανικά στρατιωτικά νεκροταφεία της Αιγύπτου βρίσκονται θαμμένοι 71 άνδρες του Ε.Σ., 14 της Π.Α.. 6 του Π.Ν. και 3 του Ε.Ν.
4) ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ 3.9.1939-5.9.1945.
Οι απώλειες του Εμπορικού Ναυτικού κατά το διάστημα 3.9.1939-5.9.1945 ήταν 3000 νεκροί
5)ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ (1941-1945)
Ενας αριθμός 160.000 νεκρών ίσως να είναι λίγος
Δεν υπάρχουν πλήρη συγκεντρωτικά τεκμηριωμένα στοιχεία.
Σύμφωνα με τον Στ. Σαράφη, από τον Μάιο του 1943 και μέχρι τον Οκτώβριο του 1944, ο ΕΛΑΣ είχε 4.500 νεκρούς. Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι απώλειες στην Κρήτη, τη Θράκη και μέρος της Πελοποννήσου, ούτε φυσικά οι προ του Μαΐου 1943.
Γερμανικές αναφορές για τις «απώλειες του εχθρού» μεταξύ Ιουνίου 1943 και Σεπτεμβρίου 1944, σημειώνουν 20.650 νεκρούς και 4.785 «τυφεκισθέντες για αντίποινα».
Ούτε και στην περίπτωση των αμάχων υπάρχουν πλήρη συγκεντρωτικά τεκμηριωμένα στοιχεία.
Αναφέρονται ενδεικτικά 38.690 εκτελεσθέντες από τους Γερμανούς στο διάστημα 21 Απριλίου 1941-15 Οκτωβρίου 1944, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνονται οι νεκροί από τις καταστροφές των Καλαβρύτων, του Διστόμου κ.ά. οικισμών, καθώς και οι εκτελεσθέντες στις φυλακές Αβέρωφ και το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που εκτιμάται ότι ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό στις 50.000. Πρέπει να συνυπολογιστούν οι φονευθέντες από τους Ιταλούς (μόνο στη Θεσσαλία πάνω από 2.000), από τους Βούλγαρους (Δράμα, Δοξάτο, κ.τ.λ., πάνω από 15.000) και από τους Αλβανούς στην Ήπειρο (πάνω από 1.500). Στους αμάχους περιλαμβάνονται και οι 66.000 νεκροί Έλληνες Εβραίοι της ίδιας περιόδου.
6) ΠΕΙΝΑ 260.000 ΝΕΚΡΟΙ
ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1946-1949
Νεκροί στρατιωτικοί και μέλη ενόπλων σωμάιων 36000
Θύματα άμαχου πληθυσμού 20000
Και στην περίπτωση αυτή, κάθε πλευρά έχει αναφέρει κατά καιρούς διάφορους αυθαίρετους αριθμούς.
Ενδεικτικό, σε ό,τι αφορά τις απώλειες της μιας πλευράς
– ο Θρ Ταακαλώτος αναφέρει για to διάστημα 1945-1951. 15.213 νεκρούς (13.707 του ΕΣ., 1.485 της Χωροφυλακής και 21 του Π.Ν),
– ο Δ Βλαντάς αναφέρει 29.239νεκρούς «του εχθρού», μόνο γιο το διάστημα 1947-1948,
-ο Γ. Παπανδρέου είχε αναφέρει το 1950 ενώπιον της Βουλής τον αριθμό των 55.000 νεκρών (οπό τους οποίους 3.000 αξιωματικοί),
-το ΓΕΣ έχει δώσει 8.249 νεκρούς (651 αξιωματικούς κοι 7.598) για το διάστημα 1946- 1949 (126 το 1946, 1.115 το1947,4.239 το 1948,2.769 το 1949). δεν προσμετρά όμως αγνοούμενους, -ο Σι Χαροτσής δίνει 17.635 νεκρούς του Ε.Σ. (1.385 αξιωματικούς και 16.250 οπλίτες}.
34 νεκρούς της Π Α κοι 21 νεκρούς του Π.Ν )
-ο David Dose (1993) δεχετοι 13.800 του Ε.Σ. (8.400 νεκρούς και 5.400 αγνοούμενους) κοι 2.220 της Χωροφυλακής. Σε αφορά ης απώλειες της άλλης πλευράς, το ΓΕΣ έχε» δώσει» 38.421 νεκρούς αντάρτες.
-Η Αγγελική Λαίου (1987) κοι ο David Close (1993) δέχονται περί τους 20000 νεκρούς αντάρτες.
-Ο Χρ Καινούργιος αναφέρει 2.122 νεκρούς βαθμοφόρους των ανταρτών (οπό τους οποίους 146 γυναίκες)
Ούτε στην περίπτωση των αμάχων υπάρχουν πλήρη συγκεντρωτικό τεκμηριωμένα στοιχείο Ενδεικτικά, ο
-ΔΣΕ στο υπόμνημα του της 14 3.1947 αναφέρει 1 0 5 9 δολοφονίες οπό την αντίπαλη πλευρά, στο διάστημα 1945-1946, στις περιφέρειες Στερεός Ελλάδος, Θεσσαλίας. Ηπείρου, Κεντρικής και Δυτικής Μακεδόνιος
-Ο Μ. Κύρκος, ενώπιον της Επιτροπής του OHE τον Φεβρουάριο ωυ 1947, κατήγγειλε 2509 νεκρούς σε όλη την Ελλάδα, στο ίδιο διάστημα (109 επίσημες εκτελέσεις και 2.400δολοφονίες).
Αρκετοί μελετητές αθροίζουν το σύνολο των νεκρών, ενόπλων κοι αμάχων αμφοτέρων των πλευρών σε 158.000, ενώ ο David Dose (1993) σχολιάζει ότι«πρέπει να ξεπέρασαν τις 60 000».
ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ 1950-1955
Νεκροί στρατιωτικοί 194
Από τους οποίους 182 νεκροί του Ε.Σ. (14 αξιωματικοί και 168 στρατιώτες) και 12 νεκροί της Π.Α. (7 αξιωματικοί και 5 οπλίτες).

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΚΑΙ ΕΙΣΒΟΛΗ ΚΥΠΡΟΥ 1974
Παραμένει αδιευκρίνιστος ο ακριβής αριθμός των νεκρών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου (15 Ιουλίου 1974). Εκτιμήσεις τους ανεβάζουν μεταξύ 300 και 450 , στους οποίους συγκαταλέγονται 33 άνδρες της Κυπριακής Εθνοφρουράς (28 Ελληνοκύπριοι και 5 Ελλαδίτες), 22 της Κυπριακής Επικουρικής Αστυνομίας, καθώς και μεγάλος αριθμός ενόπλων πολιτών που υπερασπίστηκαν τη νόμιμη κυβέρνηση ή συνεργάστηκαν για την ανατροπή της.
Στις μάχες εναντίον των Τούρκων οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού (ΕΛΔΥΚ, Έλληνες βαθμοφόροι Εθνοφρουράς και ενισχύσεις καταδρομέων) έφθασαν τους 1 6 1 , στους οποίους περιλαμβάνονται και οι 29 καταδρομείς που σκοτώθηκαν όταν καταρρίφθηκε αηό φίλια πυρά στη Λευκωσία το αεροσκάφος τους, στο οποίο βρήκε τον θάνατο και το 4μελές πλήρωμα της Πολεμικής Αεροπορίας. Οι απώλειες της Κυπριακής Εθνοφρουράς ανέρχονται σε 309 νεκρούς (40 αξιωματικούς και 269 στρατιώτες). Το Κυπριακό Ναυτικό κατέγραψε 9 απώλειες όταν δύο τορπιλάκατοι του βυθίστηκαν στα ανοικτά της Κερύνειας. Δεν περιλαμβάνονται στους αριθμούς αυτούς οι 1.619 που θεωρούνται μέχρι σήμερα αγνοούμενοι (83 Ελλαδίτες στρατιωτικοί, 908 Ελληνοκύπριοι στρατιωτικοί και 628 άμαχοι), αν και πρόσφατα επιβεβαιώθηκε ο θάνατος ορισμένων από αυτούς. Εάν αποδειχθεί για το σύνολο, ο αριθμός των νεκρών στρατιωτικών θα ανέλθει σε 1.691 και των αμάχων σε 1.128.
σημείωση: Στους παραπάνω αριθμούς δεν περιλαμβάνονται ο Έλληνας λοχίας που σκοτώθηκε με το Ελληνικό απόσπασμα Σομαλίας το 1993 και τα τρία παλληκάρια μας που χάθηκαν στα Ιμια.

https://greekmilitaryvoice.wordpress.com/2015/06/28/%CE%BF%CE%B9-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%83-%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81/

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Η κυρά Λένη της Κοκκινιάς, o καταδότης, μια ιστορία… Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/

 Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου: …Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους. Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε” Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους .Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. “Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;” Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους”
Πηγη: fb Niki Vikou

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/

Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου: …Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους. Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε” Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους .Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. “Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;” Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους” Πηγη: fb Niki Vikou

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/
Η γιαγιά μου η Κωνσταντίνα, κάθε φορά που άκουγε Γερμανικά, έφτυνε πίσω από τον αριστερό της ώμο, μουρμουρίζοντας: “Πίσω μου σ΄έχω σατανά, αχ κυρά Λένη.” κι εμείς μικρά παιδιά της ζητούσαμε να μας πει, ξανά και ξανά την ιστορία της κυρά Λένης. Σας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ, τη διήγηση της φοβερής γιαγιάς μου: …Η κυρά Λένη λοιπόν, μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια. Ο άντρας της ναυτικός, χάθηκε νωρίς, σ΄ένα ναυάγιο. Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα. Τ΄ανάθρεψε πάντως σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι. Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους. Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή. Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. “Αυτό το σπίτι έχει κελάρι” φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του. Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα” Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε” Είκοσι χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Είκοσι χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι. Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά. Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες. Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. Τι μέρα κι εκείνη Θεέ μου! Όποιος δεν έχει νιώσει την χαρά της απελευθέρωσης δεν έχει χαρεί ποτέ πραγματικά στην ζωή του. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω! Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους .Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”. Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια. Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. “Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;” Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της” “Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;” “Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους” Πηγη: fb Niki Vikou

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/
 http://www.tilestwra.com/kira-leni-tis-kokkinias-o-katadotis-mia-istoria/