Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Χρυσούλα Ντρουμπογιάννη: Τα αρτουλάκια των Τριών Ιεραρχών

Τ' αρτουλάκια.
Η εορτή των Τριών Ιεραρχών είναι ..άρρηκτα συνδεδεμένη στην Μνήμη μου με τ΄αρτουλάκια στην Κρήτη !!!
Κάθε Γειτονιά σχεδόν κι ενας Φούρνος στην Μικρή μας Πόλη , όμως εμείς – πώς γινότανε - κι είχαμε πάντα να φτιάξουμε κάθε χρονιά «τ΄αρτουλάκια» του Σχολειού μου !!!
Παραμονή κι υπήρχε μεγάλος αναβρασμός από το μεσημέρι και μετά στον Φούρνο !!!

Μόλις εβγαινε το ψωμί και τελειώναμε και το ψησιμο των Φαγητων του κεντρικού Εστιατορίου μα και ..τση γειτονιάς , ξεκινούσαν οι δυό Ηπειρώτες , ο Πατερας με τον αδερφό του , το ιδιαίτερο τούτο ζύμωμα .
Επίπονη και εντατική , χωρίς ωράριο , η δουλειά στον Φούρνο , τα δυο αδέρφια ειχαν μοιρασει τα καθηκοντα τους και δουλεύαν με βαρδιες εναλλάξ και ελάχιστα μαζί, για εξοικονόμηση δυνάμεων, και εμείς τα παιδιά , νωρις από κοντα τους , κατά τον Ηπειρώτικο τρόπο , να «μαθαίνουμε» μα και να βοηθάμε όπου έφτανε το χέρι και το μυαλό μας ..!!!
Όμως , σε τούτο το ζύμωμα , όπως και σε κάθε γιορτή – οπου «Γαμος και χαρά» ηταν δουλεια για εμας – οι δικοί μου ηταν αντάμα !!!
Σιωπηλά , εριχναν τ΄αλεύρι - άσπρο Πολυτελείας –στο Ζυμωτήριο , με λίγο ορυκτό αλάτι" Ζαρού" για να ' ναι νόστιμο , νερό χλιαρό – από το καζάνι , πού «Ηλιακός» τότε- με «τση μαγιές» διαλυμένες , να γίνει το πρώτο ανακάτεμα , να μπεί η ζάχαρη , μετρημένη με την σέσουλα του κιλού, να πέσουν ύστερα τα μπαχαρικά , να μοσχομυρίσει ο τόπος , από μοσχοκάρδι , κολιαντρο και γλυκάνισο ..!!!
Τα κοπανιζε πρώτα ο συγχωρεμένος και πολυαγαπημένος Θείος, στο μπακιρένιο το μεγάλο γουδί κι επειτα σαν τον Σπορέα , τα σκορπαγε γενναιόδωρα , πάνω στην ζύμη ..!!!
Μαγεμένη, κρυφοκοίταζα, γιατι ηταν «άβατον» για εμας τα παιδιά και πολύ δυσκολο το Ζυμωτήριο, μας ειχαν για την συσκευασία , το παξιμάδιασμα και το « Ταμείο» ..
Πώς χωνευε η ζυμη τα υλικά καθως γυριζε το μηχάνημα, απλωνόταν διαχυτη η μοσχοβολιά..
Επειτα να μπει το ζυμάρι ατον Πλάστ(ρ)η ,να…κουλουμουντριστει – μιλούσαν τα Κρητικά ,ανακατεμένα με τα Ηπειρώτικα, ακόμα πολεμω να τα ξεχωρίσω- να λειάνει , για να να αφρατέψει, επρεπε να γυριστεί χιλιάδες φορες, σ’ εκεινο το μαγικό , όσο και επικίνδυνο, μηχάνημα .
Με μια , αριστοτεχνική , κίνηση εκοβε το ζυμάρι ο Θείος Αλέκος και το πετούσε στον αερα, εξίσου μαγικά , στον , ξύλινο εκείνα τα χρόνια, μεγάλο Πάγκο Εργασίας , πασπαλισμένο με αλεύρι , για να μην κολλάει ..!!!
Από το καμίνι μπροστα , του Πυρηνοκαυστου , Γερμανικού , Φουρνου , στο παραγώνι που με κοιμιζαν κι οι δυό τους μικρη, κρυφοκοίταζα – κανοντας ταχα πως ηθελα να ζεσταθώ- πώς εκοβαν το πλουσιοπάροχο τουτο ζυμαρι , σε μικρότερα κομμάτια με την σπάτουλα – κόφτη, με χέρι ζυγαριά, στιγμιαία και τυπικα περνουσαν μοναχα από την άλλη , την μπακιρένια, με τα γραμμαρια μετρημενα 150 στον ένα δισκο τση ζυγαριας και το κομμάτι τση ζυμης στην άλλη , τα δυο «πουλάκια» φιλιόντουσαν κατευθείαν !!!
Στ’ αρτουλάκια , μετα το «κοψιμο» αυτό που με μαγνητιζε πιο πολύ ηταν το πλάσιμο με το χέρι ..
Πώς το φερνε βόλτα , πώς το γύριζε , σε δευτερόλεπτα, γινόταν το ζυμάρι ολοστρόγγυλο ..κι εφευγε αμεσως το χέρι για να χαιδέψει το επόμενο..
Εκατοντάδες αρτουλάκια – όσα και τα παιδιά του Σχολειού – έμπαιναν στις Λαμαρίνες στοιχισμένα κι από εκει στην Στόφα, να ..ανέβουν , για να τα τρυπήσει υστερα ο Πατερας δεξιοτεχνικα θαρρω, στο σχημα του Σταυρου, σιωπηλός, και να τα βαλει στο Φουρνο..
Πότε ψήνονταν , πότε γινόταν κρούστα ροδαλή και κριτσανιστή ..μοσχοβολούσε ο τόπος !!!
Κι οι φίλοι, πελάτες και γείτονες , που ειχαν μύτη « ευαισθητη» και γνωριζαν από γενναιόδωρα, των δικών μου , φιλέματα, «ακουγαν τση μυρωδιές» μα ηταν τα μόνα που δεν ..ζητούσαν να δοκιμάσουν , αφου «κατέχανε πως είναι για τα κοπέλια στο Σχολειό» .. !!!!
Αργότερα , αφου κρυωσουν καλά καλά τα’ αρτουλάκια , για να μην υδροστατήσουνε , ερχόταν και η σειρα η δικιά μας, να τα μετρήσουμε και να βαλουμε στα μεγάλα , καλαμενια Κοφίνια με τον πάτο από Λυγαριά για να αντεχουν το βαρος ή σε σακκούλες – πολύ αργότερα- για ευκολία των Δασκάλων !
Πρωι – πρωι , θα΄ρχοταν ο Διευθυντής ή ο εξουσιοδοτημένος , να τα πάρει και να πάει κατευθείαν για το Σχολειο , να ‘ ναι ετοιμα .. !
Με τι λαχτάρα γυρίζαμε μετα την Εκκλησία, από τον ίδιο δρόμο ( αυτό της Φωτογραφίας) στο Σχολειό, να μας μοιρασουν τα αρτουλάκια και πόση περηφάνεια και χαρά ένιωθα , πως τα’αρτουλάκια αυτά μπορεί να μην μυρίζανε Βασιλικό αφου δεν προλαβαίνανε να λειτρουηθούνε , μα ήταν κι αυτά . από τον κόπο των Δικών μου, ευλογημένα !!!!
Και του Χρόνου μας !!!

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Του Άη Γιώργη του Μεθυστή

Σήμερα είναι του Άη Γιώργη του Μεθυστή, κατά την εκκλησία εορτάζεται η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου. Για την επιλογή των ημερομηνιών που εορτάζεται ο Άγιος Γεώργιος (23 Απριλίου και 3 Νοεμβρίου) καθοριστικό λόγο κατά τη γνώμη μου έπαιξε η λαϊκή αντίληψη για τον Άγιο. Κάποτε δημοσίευσα ένα κείμενο με αυτό το θέμα και επετειακά σας το μεταφέρω συνοπτικά. Ενώ αρχικά κυριαρχούσε η απεικόνιση του Αγίου «κατ’ ενώπιον», σταδιακά επικράτησε ο τύπος του έφιππου Αγίου που σκοτώνει τον δράκο. Οι προσεκτικότεροι θυμούνται και μια κόρη στο βάθος (σε λίγες εξαιρέσεις η κόρη κάθεται στα καπούλια του αλόγου του Αγίου) και μια λίμνη ή τέλος πάντων παρουσία ύδατος δίπλα στο δράκο. Η εικόνα μεταφέρει το αφηγηματικό δημοτικό τραγούδι (παραλογή) του Αγίου Γεωργίου το οποίο αναφέρεται σε έναν δράκο που εμπόδιζε την ύδρευση μιας πόλης και τον οποίο δράκο ο Άγιος σκότωσε, λυτρώνοντάς την από την ξηρασία. Το τραγούδι κατά τους μελετητές έχει καταγωγή από την Μικρά Ασία. Πιστεύω, λοιπόν, ότι οι ημερομηνίες συμπίπτουν με την έναρξη (3 Νοεμβρίου) και τη λήξη (23 Απριλίου) των βροχοπτώσεων και ο δράκος προσωποποιεί ακριβώς αυτές τις περιόδους. Αν μπορεί να συνδεθεί ή όχι με την εμφάνιση του Σείριου και επομένως να αναζητηθούν βαθύτερες ρίζες, είναι θέμα άλλης συζήτησης.
Το τραγούδι του Αγίου Γεωργίου (μια από τις πολλές παραλλαγές)
Άη μου Γιώργη, αφέντη μου κι αφεντοκαβαλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι·
άγγελος είσαι στη θωριά κι άγγελος στη νεότη·
παρακαλώ σε αφέντη μου αγγελοστρατιώτη,
παρακαλώ σε σώσε μας 'πό Δράκοντα μεγάλο,
’π’ ά δε ντού ’πηαίναν άθρωπο κάθε πρωΐ και ώρα,
σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβή στη Χώρα,
Τα μπουλεθιά ερίχνανε κι ότινος θέλ’ ας πέσει,
ήπεμπε το παιδάκι ντου τού Δράκοντα πεσκέσι.
κι ο μπουλετής εξέπεσε εις τη βασιλοπούλλα,
απού την είχ’ η μάνα τζη μοναχορηγοπούλλα.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε, τούτο το λόγον είπε:
-Το βιός μου όλο πάρετε και το παιδί μου αφήτε.
Εκεί σπαθιά συρθήκανε, μαχαίρι’ ακονισμένα:
- Γή δώσ’ μας το παιδάκι σου, γή παίρνομε κι εσένα.
- Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη
κι αμέτε το στο Δράκοντα, πεσκέσι να δειπνήσει.
Πιάνουν ντη και στολίζουν ντη ’πο το ταχύ ως το βράδυ
με δαχτυλίδια ολόχρυσα και με μαργαριτάρι·
και παίρνου ντην οι βάγιες τση να πά’ να σεργιανίσει
και πάνε και τη δένουνε στού λιονταριού τη βρύση·
Στα μάρμαρα τού πηγαϊδιού ρίξαν την αλυσίδα
κι εκειά την κατεβάσανε, άμοιρη κορασίδα!
Κι ο Άη Γιώργης τό ’μαθε και τρέχει να τη σώσει
κι από το άγριο θεριό να τήνε ’λευτερώσει·
καβαλικεύγει τ’ άλογο και το αντιποδίζει,
στο μάγουλο τού πηγαϊδιού πηγαίνει και καθίζει.
- Μην το φοβάσαι το θεριό κι εγώ δα το ’ποθάνω,
άφησε ν’ αποκοιμηθώ στα γόνατά σου απάνω·
- Πήγαινε, νέε, πήγαινε, πήγαινε στο χωριό σου
να μην σε φάει το θεριό κι εσέ και τ’ άλογο σου.
-Στα γόνατα σου, λυγερή, θέλω να με ψειρίσεις
και σα’ θ’ ακούσεις το θεριό, γιαμιάς να μου μιλήσεις.
Μέσα που τον εψείριζε περνά ‘να μ-περιστέρι
κι εβάστα Τίμιο Σταυρό εις το δεξό ντου χέρι.
Και αναμεσώς εις το Σταυρό ήγραφε Άη-Γιώργης
κι απού πιστεύγει στ’ όνομα ποτές δεν τελειώνει.
Και το θεργιό κατέβαινε κι εσούντονε τα όρη
και η κόρη από το φόβο τζη εφώνιαζ’ Άη-Γιώργη.
-Κόρη, που το βρες τ’ όνομα, ποιος σου ‘δωσε τη χάρη;
-Μέσα ‘κειά που σε ψείριζα, πέρασε περιστέρι
κι εκράθειενΤίμιο Σταυρό εις το δεξό ντου χέρι.
Εστάθηκε ανατολικά και κάνει το σταυρό ντου
και πέζει ντου μνια μαχαιριά και κόβγει το λαιμό ντου.
Και ξαναπάιζει ντου άλλη μια και τρώει ντη στο στόμα
κι αμέσως τον εξάπλωσε χάμαι στσή γής το χώμα.
Με μια μπαμπακερή κλωστή πιστάγκωνα το δένει
τσή κορασίδας τό ’δωκε, μέσα στη Χώρα μπαίνει.
Όντε το κωλοσέρνανε στη χώρα τη μεγάλη,
ούλοι ‘ποσφαλιστήκανε, ούλοι μικροί, μεγάλοι.
Κι όντε το κωλοσέρνανε στση χώρας τα σοκάκια,
ούλοι ‘ποσφαλιστήκανε μέσα στα ντουκιανάκια.
-Πόσο μου δίνετε, παιδιά, ετούτηνε την ώρα,
να μη μολάρω το θεριό να καταπιεί τη χώρα;
-Πάρε, αφέντη, τα κλειδιά και πάρε και τη χώρα
και μη μολάρεις το θεργιό ετούτηνε την ώρα.
-Δε θέλω απού τσι χώρες σας, μήτ’ απού τα κλειδιά σας,
μονο για να πιστέψετε εσείς και τα παιδιά σας.
-Πάρε βασιλιά το τέκνο σου, λάβε το το παιδί σου
κι από τα φύλλα τση καρδιάς δώσε ντου την ευκή σου.
-Για πε’ μου, στρατιώτη μου, πώς λένε τ’ όνομά σου,
εγώ να κάμω χάρισμα μεγάλο τσ’ αφεδιάς σου.
-Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ’ την Καππαδοκία·
σα θες να κάμης τάξιμο, χτίσε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία·
στη δεξιά ντου την πλευρά βάλ’ έναν καβαλλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι
να μπαίνουν να τον προσκυνούν ούλοι μικροί μεγάλοι.
Ανάρτηση του φίλου Andreas Lenakakis.

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Του Τιμίου & Ζωοποιού Σταυρού

Η Υψωσις εν Ουρανώ του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, από του εν τη κορυφή της Ιδης ναϊδίου και το ζήτημα του Κρητός”.....
(Παύλου Γ. Βλαστού, 1894)
Παραμόν’ ήτο του Σταυρού που βγήκα σε κορφάλι,
και νύχτα, χασοφεγγαρία, μ’ αστροφεγγιά μεγάλη.
Να ιδώ τον Τίμιο Σταυρό να τονε προσκυνήσω,
μια χάρη με ευλάβεια θέλω να του ζητήσω.

Από ένα γέροντ’ ασκητή άκουσα να διηγάται,
– Που ιδή Σταυρό στον Ουρανό καλότυχος λογάται.
– Στου Ψηλορείτη την κορφή όπου ν’ η εκκλησία,
από κει μέσα ξεκινά με τόση παρρησία.
Κι η νύχτα, ημέρα γίνεται τον Ουρανό αναδεύγει,
κι εις τσι Μαδάρες τω Σφακιώ πάει και βασιλεύγει.
“Ο,τι ζητήσεις, δίδει σου, κι όλα τα πάθη γειαίνει
και σαν αστέρι χύνεται, σαν αστραπή διαβαίνει”.
Παράκληση και προσευχή βγήκα κι εγώ να κάμω,
πλούτη και δόξες δε ζητώ, χαραίς μηδέ και γάμο.
Γιατί αυτά εις τη σκλαβιά ποτέ δεν ωφελούνε,
ξανάστροφα γυρίζουνε και βάσανα γεννούνε.
Κι απής εβγήκα στο βιγλί σ’ το δροσερό αεράκι,
καθίζω να ξεκουραστώ επάνω στο χαράκι.
Βοσκοί κι αρνάκια στα βουνά ήσαν ησυχασμένα.
τα ξωτικά κι οι πατασμοί στον άδη στροβλισμένα.
Πουλιά, κοτσύφια, πέρδικες στα δάση είχαν κοιτάξει
λαγοί κι αγρίμια του βουνού κι αυτά είχανε λουπάξει.
Σαν να ‘χαν προνοητικό αγρύπνουν μ’ ησυχία,
για να συγκλίνουν στο Σταυρό του κόσμου τα στοιχεία.
Δεξιά, ζερβά σωντήρουνε και χαμηλά κι απάνω,
κι η μοναξιά μ’ ετάραξε και το Σταυρό μου κάνω.
Τα φανταξά δεν σκιάζωμαι, τους ζωντανούς ντηρούμαι,
χωσιά των Τουρκοκρητικών, αυτή μόνο φοβούμαι.
– Μα ξάφνου βλέπω στην κορφή του Γεροψηλορείτη,
Σαν ήλιος ν’ αχτινοβολά και φέγγει ούλ η Κρήτη.
Θωρώ τη στρογγυλή κορφή όπου τ’ αστέρια φτάνει,
στο κκλησιδάκι του Σταυρού, Χρυσός Σταυρός εφάνει.
Ο κόσμος όλος έφεξε με του Σταυρού τη λάμψη,
τρομάσσω σαν αμαρτωλός μην τύχη και με κάψει.
Θαμπόνουνται τα μάθια μου, δηλειό, σταυροκοπιούμαι,
μικρόψυχος ευρέθηκα και σήμερο λυπούμαι!
Διαβαίνει τα ουράνια χαρά Θεού και δόξα,
μα ‘γω που λίγον έλειψε να καταπιώ τη γλώσσα,
Η δύναμή μου εκόπηκε, το θάρρος, λιγοστεύγει,
κι ο νους μ’ από την κεφαλή επέταξε και φεύγει.
– Γκαρδιώνωμαι κι αντρεύγωμαι, μ’ άργησα ο καημένος
μακριά στα όρη τω Σφακιώ ήτον απογερμένος.
– Σταυρέ μου!… μια παράκλησι, μια χάρη να μου δώσεις,
την Κρήτη από την Τουρκιά να την ελευθερώσεις.
Μα ο Σταυρός είχε διαβεί… Ποιος άξιος ως του χρόνου,
πατόκορφα τα μέλη μου ιδρώνουν και ξεδρώνουν.
Κι ετάχθηκα ξυπόλυτος εις την Κορφή ν’ ανέβω,
αν μ’ αξιώση ο Σταυρός κείνο που του γυρεύγω.
– Πενήντα χρόνοι πέρασαν!.. που κάθε χρόνο πάλι,
παραμονεύγω το Σταυρό και βγαίνω στο κορφάλι,
και κάθε χρόνο λέσι μου, πολλοί που τον θωρούνε,
μα κείνοι άλλα των αλλών!… και πρόσκαιρα ζητούνε!
– Για την πατρίδα δε ρωτούν, τα μάταια γυρεύγουν,
κι οι Τούρκοι, δέρνουν, τυραννούν, κρεμνούν και μακελεύγουν.
Πίστις, κι ελπίς, θάρρος κι αντρεία, απόφαση κι ομόνοια,
μ’ αυτά οι σκλάβοι διώχνουνε, τυράννους και δαιμόνια!”.
πηγή: Χανιώτικα Νέα