Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Καπετάν Μανώλης Καζάνης

Ο Καπετάν Καζάνης

Επιμέλεια: Ιωάννα Σφακιανάκη

"Θα έχετε ακούσει τον Καπετάν Καζάνη,
τον μέγα Τουρκοφάγο και τον παληκαρά,
'που στα “είκοσι ένα” θαύματα είχε κάνει,
σκορπώντας εις τους Τούρκους φωτιά και συμφορά.
Θα έχετε ακούσει το θάρρος, την ψυχή του,
αλλά κανείς σας όμως πιστεύω να μην ξέρει,
στα πόσα εγγενήθη, ποιοι ήσαν οι γονείς του,
και η καταγωγή των, και από ποία μέρη...."

Είναι μερικοί στίχοι από το ποίημα του καπετάν Καζάνη από το ποιητικό έπος του Μιχ.Διαλλινά Καπετάν Καζάνης. Ποιός ήταν όμως ο Μανώλης Καζάνης; Ας τον γνωρίσουμε.
Λεγόταν Εμμμανουήλ Ροβύθης και γεννήθηκε το 1793 στο Μαρμακέτω Μεραμπέλλου. Ο πατέρας του λεγόταν Γεώργιος και η μητέρα του Στυλιανή. Το Μαρμακέτω (ή αλλιώς Μαρμακέτων ή Μαρμακέτο) είναι ένα μικρό χωριό που βρίσκεται στις ανατολικές πλευρές του Οροπεδίου Λασιθίου σε υψόμετρο 890μ, στους πρόποδες του λόφου Φακιδιά. Η ιστορία του χωριού όπως μαρτυρούν τα ευρήματα στον λόφο Κάστελο ξεκινάει από την Νεολιθική Εποχή (3500 π.Χ.). Στην κοινότητα του Μαρμακέτου ανήκει και ο οικισμός Φαρσάρω.
Η οικογένεια του δεν γνωρίζουμε από ποιο χωριό του Μεραμπέλλου έλκει την καταγωγή της. Πάντως αρκετοί ισχυρίζονται πως οι Καζάνηδες κατάγονται από το καπετανοχώρι Βραχάσι Μεραμπέλλου όπου είναι και οι ρίζες των Ροβύθηδων κι ακόμα εκεί κατοικούν πολλές οικογένειες με αυτό το επίθετο αλλά και το παρανώμι. Την ιστορία που θα δούμε παρακάτω την διηγήθηκε ο επίσης οπλαρχηγός φίλος μπιστικός και συμπολεμιστής του καπετάν Καζάνη ο Μανώλης Γιανναδάκης από το Βραχάσι στον Μιχάλη Διαλλινά κι αυτό ενισχύει την άποψη για την απώτερη καταγωγή των Καζάνηδων από το Βραχάσι.


Το παρατσούκλι Καζάνης το πήρε η οικογένεια το 1740 κατά τη βάφτιση του παππού του Μανώλη, όταν η οικογένεια του πήγε με σφαχτάρια και καλούδια να βαφτίσει τον μικρό -Μανώλη επίσης- στην Μονή Παναγίας Κρουσταλλένιας στο Οροπέδιο. Την ημέρα αυτή κατά το μυστήριο η Μονή υπέστη ληστρική επιδρομή από εξαγριωμένους τούρκους γενίτσαρους που άρπαξαν τα κοτόπουλα τα σφαχτάρια κι όλα τα φαγώσιμα και πολύτιμα που βρήκαν στη Μονή και φεύγοντας έσπασαν με μανία και την πήλινη κολυμπήθρα μπροστά στα έντρομα μάτια των φτωχών καλόγερων και των επισκεπτών για τα βαφτίσια. Ο ιερέας έστειλε τους νεαρούς καλόγερους σε παρακείμενο χωριό να βρουν κολυμπήθρα για να συνεχίσει την βάφτιση του παιδιού γιατί όπως είπε είναι αμαρτία να μην συνεχίσει το μυστήριο. Αλλά οι καλόγεροι μη βρίσκοντας πουθενά κολυμβήθρα έφεραν ένα μεγάλο καζάνι και εκεί έγινε η βάφτιση. Έτσι από Ροβύθης ο παππούς του Μανώλη πήρε το παρανόμι Καζάνης κι αυτό το όνομα ακολούθησε και τον Μανώλη.


Το 1810, όταν ακόμη ο Μανώλης Καζάνης ήταν 17 χρονών, ένας Τούρκος Αγάς από το Χουμεριάκο, ο Αληδάκος, πήγε στο Μαρμακέτω και προκαλούσε τους νέους σε μονομαχία θεωρώντας πως κανείς δεν θα τολμήσει να τα βάλει με αυτόν που ήταν αφ’ ενός εύρωστος και αφ’ ετέρου είχε πίσω του ολάκερη στρατιά τούρκων. Την πρόκληση αποδέχτηκε ο Μανώλης Καζάνης παρ’ όλες τις αντιρρήσεις και τις εκκλήσεις του πατέρα του και κατόρθωσε να ρίξει κάτω πολύ σύντομα τον Αληδάκο.
Αυτός μπαμπέσικα έβγαλε το όπλο του κι άρχισε να πυροβολά το νεαρό παιδί που όμως είχε προλάβει με δυο δρασκελιές να εξαφανιστεί.
Ο Αληδάκος δεν μπόρεσε να καταπιεί την προσβολή που του γίνηκε και παραφύλαξε τον πατέρα του Μανώλη όταν με το γαϊδουράκι του πήγαινε στο Χουμεριάκο να πουλήσει τα ζαρζαβατικά του. Τον ξυλοφόρτωσε άγρια του πέταξε τα εμπορεύματα του κάτω, τα τσαλαπάτησε και έκοψε τα αυτιά και την ουρά του άμοιρου ζώου του.
Ο πατέρας Καζάνης γύρισε περίλυπος και καταμολωπισμένος στο σπίτι και είπε του γιού του: «Παιδί μου είδες τι έκανες που δεν με άκουσες; Τώρα να τι πάθαμε και με κάνεις να υποφέρω».
Ο Μανώλης κατέστρωσε πολύ σύντομα σχέδιο εκδίκησης για τον Γενίτσαρο Αληδάκο. Του την έστησε το λοιπόν ένα βράδυ αφού παρακολούθησε τις συνήθειες του και τον άρπαξε πισθάγκωνα βάζοντας του το μαχαίρι στο λαιμό. Τον οδήγησε στο Μαρμακέτω κι αφού τον ξυλοφόρτωσε καλά-καλά όπως του άξιζε, τον έβαλε να ζητήσει συχώρεση από τον πατέρα του και να του ανταποδώσει τις ξυλιές που είχε φάει.
Τον περιέφερε και στο χωριό να ορκιστεί πως θα γίνει από δω και πέρα αρωγός και φίλος των Χριστιανών και τον έβαλε να πληρώσει πεντακόσια γρόσια από πάνω στον πατέρα του και να αγοράσει το άμοιρο κουτσάφτικο γαϊδουράκι. Από τότε ο Αληδάκος έγινε πρόβατο κι ο Μανώλης Καζάνης είδωλο ηρωισμού στο Μεραμπέλλο.
Όμως φοβούμενος την οργή των άλλων Αγάδων ξεκίνησε την Χαίνικη ζωή και βγήκε στο βουνό πολεμώντας τους Τούρκους και την κάθε άδικη ενέργεια προς τους Χριστιανούς. Όλοι οι Χαίνηδες έκαναν θεάρεστο έργο βοηθώντας τους φτωχούς Χριστιανούς που τους καταλήστευαν τις περιουσίες και τα πενιχρά τους εισοδήματα οι Τούρκοι Αγάδες με την απειλή των όπλων αλλά και πόσες κοπέλες δεν γλύτωσαν από τον βιασμό και την ατίμωση όταν ορμούσαν μέσα στους οντάδες να τις απελευθερώσουν με κίνδυνο τη ζωή τους.
Ο Μανώλης Καζάνης έφτιαξε ένα αρκετά ισχυρό αντάρτικο σώμα και συνεργάστηκε με τον Αλεξομανώλη από την Κριτσά, τον Μουρουνομανώλη από το Χουμεριάκο, ενώ στην ομάδα του πολέμησαν πιστά ο Φουσκογιώργης κι ο Γιάννης Κουτσουράκης ή Πατσιδιώτης από την Νεάπολη, η Ροδάνθη (ως Σπανομανώλης) από την Κριτσά, ο Μανώλης Γιανναδάκης από το Βραχάσι, ο Γιαμάκης κ.α. ηρωικοί Μεραμπελλιώτες. Πολέμησαν στις μάχες της Κριτσάς της Ιεράπετρας και σε όλες τις μάχες του 1821-23.
Το 1825 αφού καταπνίγηκε μια ακόμη επανάσταση των Κρητικών, αναγκάστηκε μαζί με πολλούς συντρόφους του να καταφύγει στη Στερεά Ελλάδα όπου και συνέχισε την πολεμική του δράση. Κλείστηκε στο Μεσολόγγι και κατά την ηρωική έξοδο, τραυματίστηκε βαριά και ύστερα από πάρα πολλές ταλαιπωρίες, κατέφυγε με τους συντρόφους του στο Ναύπλιο.
Εκεί γνωρίστηκε με κάποιον τσιφλικά (γαιοκτήμονα) από την Νάξο ονόματι Λάσκαρη που τον προσέλαβε να δουλέψει στα κτήματα του. Μαζί τον ακολούθησαν κι άλλοι σύντροφοί του κι επίσης ένας Γιαμάκης που ήταν πρωτοπαλίκαρο του. Ο Γιαμάκης έκανε οικογένεια στην Νάξο και συνέχισε εκεί τη ζωή του.
Ο Μανώλης Καζάνης, γέρος πια και εξαντλημένος από τις μάχες, χωρίς σύνταξη από το κράτος όπως πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί, φεύγει από τη ζωή το 1846.
Έφυγε φτωχός ξεχασμένος από την πολιτεία και ταλαιπωρημένος ο μεγάλος αυτός Χαίνης της Ανατολικής Κρήτης. Δεν έκανε δική του οικογένεια για να αγωνιστεί για την πατρίδα. Αυτό ήταν το μεγαλείο της ψυχής του. Θυσίασε όλη του τη ζωή για την λευτεριά.
Τάφηκε στη Νάξο και στα κτήματα όπου δούλευε. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ, παρά τις αναζητήσεις από τους απογόνους του.
Το χωριό του μετά από 120 χρόνια το 1968 τον τίμησε τοποθετώντας το άγαλμα του στο κεντρικότερο σημείο του. Οι αγώνες του και η Χαίνικη μοναχική ζωή του θα μας θυμίζουν ότι οποιαδήποτε θυσία μας είναι μικρή, μπροστά στο μεγαλείο της πατρίδας μας.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΗ
Όλο το επικό ποίημα για τον Εμμ.Ροβύθη/Καζάνη
"Θα έχετε ακούσει τον Καπετάν Καζάνη,
τον μέγα Τουρκοφάγο και τον παληκαρά,
'που στα “είκοσι ένα” θαύματα είχε κάνει,
σκορπώντας εις τους Τούρκους φωτιά και συμφορά.
Θα έχετε ακούσει το θάρρος, την ψυχή του,
αλλά κανείς σας όμως πιστεύω να μην ξέρει,
στα πόσα εγγενήθη, ποιοι ήσαν οι γονείς του,
και η καταγωγή των, και από ποία μέρη.
Για κείνο εν συντόμω τώρα θα προσπαθήσω.
(αλλά να δούμε όμως εάν θα τα καταφέρω).
Τον αρχικόν του βίον να σας εξιστορήσω,
φρονών στην ιστορία πως κάτι θα προσφέρω.
Στα χίλια επτακόσια ενηνήντα έξ' γεννήθη.
Θα ήταν καθώς λέγουν Φλεβάρης ή και Μάρτης,
στο Μαρμακέτο, (είναι χωρίον στον Λασήθι)
εκεί επρωτοείδε τον ήλιο ο αντάρτης.
Τον κύρη του τον έλεγαν Γεώργιο Ροβίθη,
την μάνα του ελέγαν (ως μούπαν) Στυλιανή,
από τους φτωχοτέρους ήσανε στο Λασήθι,
πλην ήσανε οι πρώτοι καλοί Χριστιανοί.
Καλά! Θα μου ειπήτε σαν ήτανε Ροβίθης
πως τώρα να μας λέγεις πως ήτανε Καζάνης,
ή θέλεις να μας παίζεις ή ίσως επλανήθης,
και πως από Ραβίθη Καζάνη μας τον κάνεις.
Ούτε το εν συμβαίνει μα ούτε και το άλλο,
αλλ' όμως κύριοι μου έαν ακροασθείτε,
θα δείτε την αλήθεια πως λέγω και δεν σφάλλω
κι εις τα λεγόμενα μου όλοι σας θα πεισθείτε.
Στα χίλια επτακόσια σαράντα εγεννήθη,
ο πάππος του Μανώλης (και τούτος παληκάρι),
αλλ' ακριβώς ετότε εβγήκαν στο Λασήθι
ν' αρπάξουν και να κλέψουν Τούρκοι και Γενιτσάροι.
Αβάφτιστο παιδί 'τον όταν στην Κρουσταλένια,
οι χωρικοί γονείς του το παν να το βαφτίσουν,
ανάβουν τα κανδύλια, φέρνουν μια χωματένια
μεγάλη κολυμβήθρα. Μα πριν τακτοποιήσουν,
εν γένει όλα τα πάντα, ν' αρχίσουν οι παππάδες,
πριν το παιδί ακόμα το βάπτισμα του πάρει,
γροικούν αλόγων γδούπους, και φτάνουν οι αγάδες,
και μπαίνουν αγριεμένοι πεζοί και καβαλάροι.
Τους καλογέρους όλους πιάνουνε και ληστεύουν,
αρνιά και κότες παίρνουν και ποιός θα τους ομίλει;
Μπαίνουν στην εκκλησία κι εδώ κι εκεί γυρεύουν
και σπουν την κολυμβήθρα και φεύγουνε οι σκύλοι.
Σαν έφυγαν κατόπιν, ο Γούμενος τους λέγει,
πως το παιδί να μείνει αβάφτιστο δεν κάνει.
Στέλνει, μια κολυμβήθρα σ' άλλο χωριό γυρεύει,
μα όμως δεν ευρήκαν μονάχα ένα καζάνι,
που βάζουνε το βρέφος μέσα και το βαφτίζει.
Τούμεινε, παρατσούκλι επίθετον Καζάνη.
Την σήμερον ετούτο κανείς δεν το γνωρίζει.
Θα πείτε πως το ξέρεις και άλλος δεν το ξέρει;
Ο Γέρω Γιανναδάκης μου τάχει λεομένα,
που ήταν του Καζάνη το δεξιό του χέρι,
γιατί συμπολεμούσαν εις τα είκοσι ένα.
Αχ! οι παλιοί πεθάναν, ετάφηκαν ομάδι,
τ' άφθαστα μεγαλεία κι ανδραγαθήματά των,
του Έθνους της κορώνας κάθε λαμπρό πετράδι,
ετάφηκε μαζί των μέσα στα μνήματά των.
Γι ' κείνουν που δοξάσαν κατά την Ιστορία,
και Έθνος και πατρίδα (σας βεβαιώ αλήθεια)
αν σήμερον μιλήσης, σουν λέν έχεις μωρία,
ή λέγεις φλυαρίες κι άνοστα παραμύθια.
Την ένδοξη κορώνα που 'φόρει στο κεφάλι,
μ' ατίμητα πετράδια 'περήφανα η Μάνα,
τώρα καταπατούνε Άγγλοι, Ρώσσοι και Γάλλοι,
και θέλουν από Μάνα να γίνει παραμάνα!
Μα αυτή η παραμάνα σας έχει γαλουχίσει,
σας έμαθ' επιστήμας, σας έχει ανυψώσει.
Τώρα για πληρωμή της καθείς κοιτά να χύσει,
φαρμάκι στην ψυχή της για την θανατώση.
Τη φτωχοπαραμάνα αυτή, θα τ' αρνηθήτε,
πως εγυμνώσατε όλοι; και τα φορέματα της,
εβάλετε γελώντες; χωρίς καν να 'ντραπήτε!
Ρωτώ σας πως βρεθήαν σ' εσάς τ' αγάλματά της;
Αλήθεια παραμάνα και διδασκάλισσά σας,
είναι η φτωχή μας Μάνα. Αλήθεια λαοπλάνοι,
αυτή 'που δεν σας μέλλει για τα συμφέροντάς σας,
να της φορέσουν άλλοι τ' ακάνθινο στέφάνι.
Μα και να την σταυρώστε, επάνω στο σταυρό της,
οπόταν θα εκπνεύση το άχραντό της σώμα,
περήφανο θα είναι το θείο πρόσωπό της
και πεθαμένη θα 'νε πλεια όμορφη ακόμα.
Αχ σήμερον η ύλη το άτιμο το χρήμα,
κάθε σωστή ιδέα εύκολα μεταβάλει,
και ζωντανό πολλάκις θάπτει μέσα στο μνήμα,
αυτό που προσπαθούνε ν' αναστηλώσουν άλλοι.
Έφυγα από το θέμα χωρίς να το 'ννοήσω
με την πολυλογία θε να με βαρεθείτε*
Αχ! τα παλιά τα χρόνια με κάνουν να δακρύσω,
λοιπόν γυρνώ στο θέμα και να με συγχωρείτε.....
Θα εξακολουθήσω την πρώτη ιστορία
του Καπετάν Καζάνη – το μέτρο όμως θ' αλλάξω
σύντομα θα μιλήσω με χωρίς θεωρία
Γιατί πολύ φοβούμε πως θα σας σε νυστάξω.
Αφού θ' αλλάξω μέτρον ίσως θα μου ειπήτε
πως ιδιοτροπία θα έχω και μεγάλη*
Ναι* αλλά ένα πράγμα ρωτώ και αποκριθήτε
πλειο ιδιότροποι μου δεν είναι τάχα άλλοι;
Την εποχή που έκοβε του Τούρκου η μαχαίρα
εύκολα τους χριστιανούς κι' άδικα πέρα πέρα.
Όχι γιατ' ήσαν άνανδροι κ' οι Τούρκοι ανδρειωμένοι
μόνον γιατ´ ήσαν άοπλοι κι' οι Τούρκοι οπλισμένοι.
Η δε Φραγκιά που δύνατο αυτά να τα μποδίση
έκανε την αδιάφορη χωρίς να ομιλήση.
Στου Μεραμβέλλου τα χωριά Τούρκοι εκατοικούσαν
και τους αθώους χριστιανούς εκατατυρανούσαν
με αδικιές με εγγαριές πολλών λογιών οι σκύλοι
αλλά αυτά τα ξεύρετε' και μοναχά τα χείλη
θ' ανοίξω για να σας ειπώ για ένα “Αληδάκο”
που κατοικούσε στο χωργιό που λένε “Χουμεριάκο”.
Μακρύς σαν στρουθοκάμηλος· φαγάς ίδια σαν γλάρος
φλύρος κακορίζικος της γής μεγάλο βάρος.
Εφτά τουρκάλες είχενε σε πέντε χρόνια πάρει
μα και τσ' εφτά ταις πώλησε σαν σκλάβες στο παζάρι.
Με τα σαπηλοκόντακα φορούσε δυο πιστόλες
και τας επαρονόμοιαζε ο ίδιος “μαργιόλες”.
Είχανε άφθονη σκουρά κ' ήταν και ραγισμένες
και με της αίγας το λουρί τας είχενε δεμένες.
Είχε ποδάρια πελαργού και κουκουβάγιας μύτη
και Τούρκο ασχημότερο δεν είχε εις την Κρήτη.
Έπρεπε να τον έβλεπες τον ψεύτη καβαλάρη
θα νόμιζες πως έβλεπες “γάϊδαρο στο μουλάρι”.
Γιατ' ανοιγμένες είχενε πάντοτε ταις μασκάλες
και τα ποδάρια κρεμαστά απ' έξω 'πο ταις σκάλαις.
Δεν ήτο γέρος· μα 'βαφε πάντοτε τα μαλλιά του,
κ' έπαιζε ολομόναχος πάλι τα μούτσουνά του.
Εις το τζαμί δεν πήγαινε· (Και τι 'θελε γυρεύει;
π' ο ίδιος δεν εγνώριζε σαν τι θεό λατρεύει).
Κρασί ακράτο έπινε το κάθε Ραμαζάνι
χοίρινο κρέας έψηνε μαζί με το κουρμπάνι.
Από αυτά θα νοιώσετε τα προτερήματά του.
Το τάγμα του Βελζεβεούλ πως είχε στην καρδιά του.
Ήξευρε τέχν' όμως καλή· ζώα εμουνουχούσε
και σε μετόχια και χωριά κ' εδώ κ' εκεί γυρνούσε
και μουνουχούσε άλογα και χοίρους και μουλάρια
κ' εγέμιζε το σπίτι του κριθάρια και σιτάρια.
Ήτο και χεροδύναμος πάντοτε εκαυχάτο
πως δεν ευρέθηκε κανείς να τονέ ρίξει κάτω.
Και πράγματι ο άθλιος σαν ήθελ' αγριέψη
δεν αποφάσιζε κανείς μαζί του να παλέψη.
Μια μέρα του μηνύσανε να πάει μην αργήση
εις το Λασίθι μερικά ζώα να μουνουχίση.
Κ' ευθύς τα εργαλεία του μέσα στο σάκκο βάνει
την ίδια μέρα 'πο βραδύς στο Μαρμακέτο φθάνει.
Σ' ενός γνωστού του έμεινε και πρωί αρχίζει
χοίρους μουλαρο-γαϊδουρα ευθύς να μουνουχίζη.
Είπαμε χεροδύναμος και καυχησάρης ήτο
γ' αυτό 'λεγε συχνά πυκνά κανένα δεν φοβείτο.
“Δυο δυο ελάτε οι Ρωμιοί κ' εγώ σας σε παλεύω
για να το καταλάβετε ότι δεν χωρατεύω.”
Μα όμως την αλήθεια αν θέλετε να πούμε;
μόνο αυτό το “Τσούμαρο” λιγάκι που φοβούμαι.
Το σώμα του το μπόϊ του του δείχνει πως μια μέρα
δεν θα μπορεί κανείς μ' αυτό για να βγάλη πέρα.
Αυτά 'λέγε και έδειχνε τον Καπετάν Καζάνη
που μόλις τότε άρχισε μουστάκι για να βγάνη.
Αυτός τον γνώριζε καλά γιατί εσυνηθούσε
στο σπίτι του πατέρα του πολλάκις κ' εδειπνούσε.
-Έλα του λέγει Τσούμαρε σίμωσ' εδώ κοντά μου
για να παλέψωμε να δείς μωρέ την ανδρειά μου.
-Όχι (του λέγει ο μικρός) ετούτο δεν το κάνω
είμαι παιδί και με εσέ ξεύρω πως δεν τα βάνω.
Αγάς όμως ξεζώσθηκε αμέσως τ' άρματά του
και αγκαλιάζει τον μικρό και τον τραβά κοντά του.
-Παραίτησέ το μια στιγμή Αγά να του μιλήσω
(λέγ' ο πατέρας του παιδιού) και ίσως να το πείσω.
Παίρνει ο πατέρας το παιδί κρυφά και τ' αρμηνεύει
να αρνηθή το πάλεμα να πη πως δεν παλεύει.
Μ' αν επιμένει ο Αγάς για να μην τον ντροπιάσει
να πέσει μόνος ο μικρός μα πράγμα δεν θα χάση.
-Πατέρα (όμως τ' απαντά) τότε μόνον θα πέσω
όταν από τη δύναμη που 'χει δεν θα μπορέσω
να στηριχθώ στα πόδια μου, αυτό να γνωρίζεις·
δεν πέφτω θεληματικώς μονάχα μη μανίζεις.
-Ακόμη δεν τα είπατε; Αγάς τους σε φωνάζει
και χύνεται και το μικρό πάλι ξαναγκαλιάζει.
Τραβά Αγάς το Τσούμαρο μα κείνο ωσάν βράχος
εστέκετο αδιάσειστος κι αμέριμνος μονάχος.
Κι ενώ προσπάθει ο Αγάς για να τον ρίξη κάτω
ο Τσούμαρος παντάπασι ούτε το συλλογάτο.
Ο Αληδάκος δύναμη όση κι αν είχε βάνει
παίζει του μια, παίζει του δυο μα τίποτε δεν κάνει
ο Τσούμαρος δεν έκαμε βήμα δεν εκουνούσε
ενώ Αγάς 'πο μέσα του το εμετανοούσε.
-Αγά του λέγει προσοχή τώρα θα προσπαθήσω
να 'δω κ' εγώ εάν μπορώ να σε μετακινήσω.
Και σφίγγει τον αδυνατά και πάνω τον σηκώνει
και σαν τον τράγο δια μιας στη γη τον εξαπλώνει
Τα φρύδια του κατάσπασαν, τ' αυτιά του κάτω κλείνα
κ' έχασ' από την κεφαλή φέσι και φουνταρίναν!
Οι χωργιανοί λεν του μικρού τι στέκεις και ξανοίγεις;
θα σε σκοτώσει σαν σκωθή μόνο ευθύς να φύγης.
Σαν εσηκώθη πράγματι σέρνει φωνή μεγάλη.
-Που' νε του σκύλου το παιδί που πόδα μ' έχει βάλει
και με απάτη μ' έριξε! Που 'νε να το πληρώσω!
Βαλάχ μπιλάχ το άπιστο που 'νε να το σκοτώσω.
-Αυτό (του λένε) έφυγε να! Κοίτα το κει πέρα
και την πιστόλα τράβηξε και στέλλει του μια σφαίρα'.
Μα ούτε στα μεσόστρατα δεν έφθασε εκείνη
ήταν μακρυά πολύ μακρυά' κ' Αγάς φαρμάκι πίνει.
-Σήμερον (λέγει) τα στοιχειά μ' κυνηγούνε όλα'
κι' απ' το θυμό του έκαμε κομμάτι τη πιστόλα.
Κι' από τη λύσσα κ' εντροπή χωρίς να ομιλήση
αμέσως ετοιμάσθηκε για να αναχωρήσει.
Αυτός όπου καυχότανε! το πρώτο παληκάρι(!)
κι ' ούτε τα μουνουχιστικά δεν στάθηκε να πάρη.
Σεπτέμβρης μήνα ήτανε π' ο κύρης του Καζάνη
Απιδο-μηλο-κύδωνα ένα φορτίο κάνει,
και βάνει μεσοσώμαρα καρύδια ένα σάκκο
και ξεκινά ο δυστυχής να πα’ στο Χουμεριάκο
όπου 'χε φίλους γνώριμους εκεί να τα πωλήση
να πάρη τίποτε λιανά και πίσω να γυρίση.
Μα ο Αληδάκος να τον δη αφρίζ' ευθύς και τρίζει
κι' από μακρυά αρχίνισε για να τον εξυβρίζη.
-Τι μου 'φερες τα μούτρα σου εδώ να τα κοιτάζω
και ποιος μου διδ' υπομονή σκύλε και δεν σε σφάζω;
που τον υγιό σου έβαλε μωρέ να με προσβάλλη
και πράγματι με πρόσβαλε με μπαμπεσά μεγάλη.
Ο γέρως ν' απολογηθεί πάει, μα δεν αφήνει
ο Αληδάκος το σκυλί, μόν' μια ραβδιά του δίνει
που ‘πεσε κάτω παρευθύς! Κι αντίκρυ Τούρκοι τόσοι
εστέκανε αδιάφοροι να δουν αν τον σκοτώση.
Κι αφού τον εκατάδειρε φωνάζει τα Τουρκάκια
κ' αράσουν καταπάνω του ίδια σαν τα σκυλάκια
με γιουχαϊσματα, βρυσές πολλών λογιώ τον βρίζουν
και τα σακκιά που είχε στον ζώον του ξεσχίζουν
και πέρνουν τα μηλάπηδα έπειτα τον εδιώξαν
κι ως και του μουλαργιού τ' αυτιά και την ουρά εκόψαν.
Με της ντροπής τα μάγουλα με κρέατα δαρμένα
με ζώον όπου είχενε αυτιά κι' ουρά κομένα
γυρίζ' ο γέρως ο φτωχός οπίσω στο χωργιό του
κι' από μακρυά φορτώθηκε κ' έλεγε στο υιγιό του.
-Μανώλη αν δεν πάλευες εσύ μ' αυτό το σκύλο
δεν θα ‘τρωγα στα γέρα μου άδικα τόσο ξύλο.
Ο γυιός του τον λυπήθηκε' επόνεσε η καρδιά του
που μόλις συνεκράτησε τότε τα δάκρυά του.
-Έχε (του λέγει) υπομονή και μη παραπονάσαι
θα τ' ακριβοπληρώσ' αυτά Αγάς και μη λυπάσαι.
Λίγος καιρός επέρασε π' ο κύρις του Καζάνη
απ' ταις πληγαίς και ραβδισμούς τελείως είχε γιάνη
κι' ούτε στο νου του τόβανε ούτε το συλλογάτο
Μα έλα δα ο Τσούμαρος που δεν το βάνει κάτω!
Την προσβολή την πατρική θέλει για να ξεπλύνη
κι ο πόθος τούτος ήσυχο ποτέ δεν το αφήνει.
Και μια βραδιά χειμωνική επήρε εις το χέρι
ένα ραβδί και έβαλε στη μέσ' ένα μαχαίρι.
Στο Χουμεριάκο ξεκινά να πάη ν' ανταμώση
το φίλο του πατέρα του για να τονε πληρώση.
Έφθασε τα μεσάνυκτα και σ' ένα σπίτι μπαίνει
ενός γνωστού και εκεί τρεις μέρες μόνος μένει
χωρίς να παρουσιασθεί κ' εκαιροφυλακτούσε
τον Αληδάκο του να βρη γιατί τον αγαπούσε.
Βορράς και νότος ήσανε μια βραδυνιά πιασμένοι
όταν από τον καφενέ τον Τούρκικο εβγαίνει
ο Αληδάκος μόνος βαροαρματωμένος
να πάη εις το σπήτι του κι' ήτον και σκεπασμένος
ένα καπότο τσόχινο, κι ένα μακρύ μπιχίνη
που συνηθούσε κ' έβανε με χρώμα μενεβίνη.
Μα τη στιγμή που ήγγιζε στην πόρτα του ν' ανοίξει
γροικά μια χέρα ζωντανή επάνω του ν' αγγίξει.
-Ποιος είσαι σέρνει μια φωνή. -Άπιστε μη μιλήσης
Γιατ' αν φωνάξεις θα χαθείς αμέσως δεν θα ζήσεις
μόνο παραίτα τ' άρματα ποιος είμαι ; με γνωρίζεις.
-Να σου τα δώσω Μανωληό και καμ' ότι ορίζεις.
Του παραδίδει τ' άρματα ευθύς γιατ' εφοβήθη.
-Εμπρός (του λέγει) παρευθύς να πάμε στο Λασήθι.
Επαρακάλιε, έτασε αλλά σαν είδε όμως
πως θα 'μπαινε σ' ενέργεια του μπαρουτιού ο νόμος
Έτρεχε με τα τέσσαρα ημπόρει δεν ημπόρει
και φθάνουν ξημερώματα στου Λασηθιού τα όρη.
Εγλυκοχάραζ' η αυγή -ο κύρης του Καζάνη
μετάπνυσε και ξύπνησε και λέγει προς τον Γιάννη
τον γιό του. - Σήκω των βουγιώ να ρίξης λίγα χόρτα
οπότε “Άνοιξε” γροικούν και τάκα -τουκ στην πόρτα
Τρέχει κι' ανοίγει ο γεροντής αλλ' όμως τι κυττάζει;
θέαμα που τη μια γελά την άλλ' αναστενάζει!
Βλέπει το γιό του γελαστό και μορφαρματωμένο
και τον Αγά περίλυπο μεσοξεπαγιασμένο!
Με πρόσωπο ολομάτωτο, με κούτελα σπασμένα!
τα μάτια του 'λοκόκκινα και σαν αυγά πρησμένα!
Σαν το μουζούρ' απ' ταις πληγαίς εγίνηκε η κλάβα!
Κι έγερν' εδώ κι έγερν' εκεί σαν τη παληοκαράβα!
Ξυπόλυτο! Και των ποδιών τα δάκτυλα σπασμένα!
και τα Τοζλούκια του 'σανε κομμάτια γινομένα
απ' τα γλυστρο-πεσίματα που 'χε στο δρόμο κάμει
κ' έστεκε χωρίς oμιλιά, κ' έτρεμε σαν καλάμι.
Κάθησε (λέγ' ο Τσούμαρος) Αγά μου ξεκουράσου
Κουράσθηκες; συνήφερε' έλα στο λογικά σου.
Και συ πατέρα φέρε 'δω το “Άγιο Τεφτέρι”
που είναι απ' αγριόπρινο αμέσως είς το χέρι.
Και ότι γράφει του Αγά πως χρεωστεί να δώσεις
Τους ραβδισμούς που σού 'παιξε με τόκον να πληρώσης
Σαν πόσαις σου κατάφερε; -Παιδί μου δεν θυμούμαι
αλλά αυτά περάσανε· μονάχα να σας βρούμε
τίποτε για το φαγητό γιατί θε να πεινάτε
που να καθήσετε κ' οι δυό με τον Αγά να φάτε.
-Κατόπιν είναι το φαγί αφού λογαριασθούμε
έχωμε ύστερα καιρό να φάμε και να πιούμε.
Θυμάσαι πόσους ραβδισμούς πατέρα σού 'χει παίξει;
-Τι να σου πω; τας μέτρουνε έως τας δέκα έξι
κ' έπειτα λυποθύμησα κ' εξάπλωσα στο χώμα
πιστεύω πως θα μου ‘παιξε μια δεκαριά ακόμα.
-Λοιπόν για πιάσε το ραβδί να τους ταις επιστρέψης
γιατί θα του χρειάζονται. -Ποτέ μην το πιστέψεις
(φωνάζει τότε ο γεροντής) πως θα γενή παιδί μου
μόνο παραίτα τον Αγά που να 'χης την ευχή μου.
Τότε με μάνιτα πολύ του λέγει ο Μανώλης
που από τον πολύ θυμό εσυγκρατείτο μόλις.
-Αν δεν του δώσης τις ραβδιές που σου ‘δωσε οπίσω
Ήμαρτον θέ μου ήμαρτον. Εσένα θα ραβδίσω
κι αφού το έργον μου αυτό θε ν' αποτελειώσω
και τον Αγά τον φίλον σου μπροστά σου θα σκοτώσω.
-Παίξε μου γέρω κάμποσες απάλαφρα στη ράχη
που να γλυτώσωμε κι' οι δυό γιατ' ίσως όρκο θα 'χει
είπε ο Αγάς – Αδυνατές λέγ' ο Μανώλης πάλι
κοιτάζοντας τους και τους δυό με μάνιτα μεγάλη.
Ο γέρος τότε σκώθηκε και τον Αγά αρχίζει
αλύπητα και δυνατά να τον καταραβδίζει
κι' αυτός σε κάθε ραβδισμό εφώναζε “ινσάφι”
ο δε Μανώλης ταις ξυλιές μια μια στον τοίχο γράφει.
Σαν έφθασε στον αριθμό 30 λέγει “στέκα”.
Δώσε του για ενθύμιση και για τον τόκο δέκα
ακόμα ραβδισμούς καλούς κι' αν του εκαλοφάνει,
το φέρσιμο που σου ‘καμε ας σου το ξανακάνει.
Παίζει τ' ακόμα κάμποσες κ' έπειτα τον αφήνει
κι' από το τόσο κόπανο ολόπριστος εγίνη.
Εις την αξιοδάκρυτη αυτή σαν ήλθε θέσι
θελ' ο Μανώλης ύστερα τραπέζι να του στέσει
Για να διασκεδάσουνε να φάνε και να πιούνε
κι αν έφταιξε ο εις τ' αλλού για να συγχωρεθούνε.
Μ' Αγάς του λέει “Μανωληό εγώ φαϊ δεν θέλω
μον' να γυρίσω γρήγορα πίσω στο Μεραμβέλλο.”
-Είσαι ελεύθερος Αγά να πας εις το χωριό σου
κ' ότι έπαθες τη σήμερο τα φταίει το μυαλό σου.
Μάλιστα θα κουράσθηκες και θα σου κάμω χάρι
να πάρεις το κουτσαύτικο και μαύρο μας μουλάρι
αυτό που του ‘κοψες τ' αυτιά και την ουρά Αληδάκο
σαν έδειρες τον κύρι μου κάτω στο Χουμεριάκο.
Μα δεν σου το χαρίζωμε μόνο θα το πληρώσης
και πεντακόσα γρόσια γι' αυτό θε να μας δώσης
Κι αν δεν τα στείλης μόνος μου θε να 'ρθω να τα πάρω
που δεν γλυτώνεις κι' αδερφοί να είσθε με το χάρο.
Κι διπλοπαραγγέλω σου Ρωμιούς να μην πειράζεις
γιατί κ' αυτοί 'χουνε ψυχή και να τους λογαριάζεις.
Κι' όταν θελήσεις Χριστιανού τίποτε να μιλήσεις
με ζάχαρη κι' ανθόνερο το στόμα να γεμίσεις
Εάν μου πουν πως έκαμες ανοησίας άλλας
δεν θα γροικήσης μοναχά τη ζεστασιά της μπάλας.
Έφυγ' Αγάς και γύρισε το βράδυ στο χωριό του
κ' επήγε και ξεπέζεψε νύκτα στο σπιτικό του.
Και δέκα μέρες μοναχός στα σκοτεινά εκλείσθη
στε του γιάναν πληγές κι' η κεφαλή ξεπρήσθη.
Πρώτη δουλειά του ήταν σαν έγιανε να στείλει
τα πεντακόσα γρόσια σε κεντητό μανδήλι
Κατόπιν τους Χριστιανούς τόσον τους αγαπούσε
που πάντοτε μ' ευγένεια και σπλάχνος τους μιλούσε
Κι' ουδ' άλλους Τούρκους άφηνε να τους κακολογούνε
“Φοβέρα θέλουν οι κακοί να περιορισθούνε.”
Αυτή 'τανε η ανδρειά η πρώτη του Καζάνη
όπου δεν επροσκύνησε ποτέ Τούρκου φερμάνι
Κι αυτό εγίνηκ' αφορμή κι εις το βουνό εβγήκε
Και τ' όνομα τ' αθάνατο στην ιστορία αφήκε."
0

Προσθέστε ένα σχόλιο

 

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

Οι σιδηροδρομικές γραμμές και τα... καπούλια των αλόγων

 

Οι σιδηροδρομικές γραμμές και τα... καπούλια των αλόγων


Τρί, 22 Ιουν, 9:52 μ.μ. (πριν από 10 ώρες)


Γιατί οι σιδηροδρομικές γραμμές έχουν αυτό το εύρος;
H απόσταση ανάμεσα στις δύο ράγες των σιδηροδρομικών γραμμών στις ΗΠΑ είναι 4 πόδια και 8,5 ίντσες (143,5 cm). Μάλλον παράξενος αριθμός. Γιατί άραγε έχει επιλεγεί το συγκεκριμένο διάκενο;
Διότι ο σιδηρόδρομος στις ΗΠΑ κατασκευάστηκε με τον τρόπο που είχε κατασκευαστεί ο σιδηρόδρομος στην Αγγλία, από Άγγλους μηχανικούς που μετανάστευσαν, και οι οποίοι θεώρησαν ότι θα ήταν καλή σκέψη, επειδή θα επέτρεπε να χρησιμοποιηθούν υπάρχουσες ατμομηχανές από την Αγγλία.Και τότε, γιατί οι Άγγλοι κατασκεύασαν τις ατμομηχανές τους έτσι; Διότι οι πρώτες σιδηροδρομικές γραμμές κατασκευάστηκαν από τους ίδιους μηχανικούς που κατασκεύαζαν τραμ, στο οποίο χρησιμοποιούσαν ήδη το συγκεκριμένο διάκενο.Kαι γιατί αυτό το διάκενο στο τραμ; Διότι οι κατασκευαστές του τραμ ήταν και κατασκευαστές αμαξών, που χρησιμοποιούσαν τα ίδια εργαλεία και τις ίδιες μεθόδους.
Και γιατί οι άμαξες έχουν αυτό το διάκενο; Διότι, παντού στην Ευρώπη, και στην Αγγλία, οι δρόμοι είχαν λούκια για τους τροχούς των αμαξών και ένα διαφορετικό διάκενο θα προκαλούσε διαρκώς βλάβες στους άξονες.Και γιατί τα λούκια απέχουν τόσο μεταξύ τους; Διότι οι πρώτες μεγάλες οδοί στην Ευρώπη είχαν κατασκευαστεί από τους Ρωμαίους, με σκοπό να μετακινούνται εύκολα οι λεγεώνες τους. Οι πρώτες άμαξες ήταν οι πολεμικές άμαξες των Ρωμαίων. Οι άμαξες αυτές ήταν ιππήλατες: τις τραβούσαν δύο άλογα, τα οποία κάλπαζαν δίπλα-δίπλα και έπρεπε να απέχουν μεταξύ τους, ούτως ώστε το ένα άλογο να μην ενοχλεί το άλλο κατά τον καλπασμό. Προκειμένου να εξασφαλίζεται η σταθερότητα της άμαξας, οι τροχοί δεν έπρεπε να είναι ευθυγραμμισμένοι με τα ίχνη των αλόγων, ενώ δεν έπρεπε να είναι και πολύ απομακρυσμένοι, έτσι ώστε να αποτρέπονται τα ατυχήματα κατά την διασταύρωση δύο αμαξών στην ίδια οδό.Ιδού λοιπόν η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα! Το διάκενο στις ράγες των Αμερικανικών σιδηροδρόμων εξηγείται, αφού 2.000 χρόνια νωρίτερα, σε μιαν άλλη ήπειρο, οι ρωμαϊκές άμαξες κατασκευάζονταν ανάλογα με το φάρδος που έχουν τα καπούλια δύο αλόγων.Και τώρα, το κερασάκι στην τούρτα: Υπάρχει και μια προέκταση αυτής της ιστορίας με το διάκενο στις ράγες και τα καπούλια των αλόγων. Αν δει κανείς το Αμερικανικό διαστημικό λεωφορείο στην εξέδρα εκτόξευσής του, μπορεί να παρατηρήσει δύο πλευρικές δεξαμενές καυσίμων που είναι στηριγμένες εκατέρωθεν της κεντρικής δεξαμενής. Η εταιρεία Thiokol κατασκευάζει αυτές τις δεξαμενές στο εργοστάσιό της στην Γιούτα. Θα ήθελαν να τις κάνουν μεγαλύτερες, αλλά οι δεξαμενές αποστέλλονται σιδηροδρομικώς στο σημείο εκτόξευσης. Η σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ του εργοστασίου και του Ακρωτηρίου Κανάβεραλ περνά από μια σήραγγα, κάτω από τα Βραχώδη Όρη. 
Αυτή η σήραγγα περιορίζει το μέγεθος των δεξαμενών στο πλάτος που έχουν τα καπούλια δύο αλόγων. 
Έτσι, το πλέον εξελιγμένο μεταφορικό μέσον του κόσμου, το διαστημικό λεωφορείο, εξαρτάται από το φάρδος του κώλου ενός αλόγου. 
Τα καπούλια των αρχαίων αλόγων ελέγχουν σχεδόν τα πάντα!!!!
Οι τεχνικές προδιαγραφές και η γραφειοκρατία είναι αθάνατες!
Επομένως, την επόμενη φορά που θα βρεθείτε να κρατάτε στα χέρια σας παράξενες προδιαγραφές και θα αναρωτιέστε ποιος κώλος τις επινόησε, θα έχετε θέσει το σωστό ερώτημα.
Stefanos  Nikolouzos via Lila  Gaitanidou

Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

Άλωση & Κρήτη Της Joanna Dimitriadou & Thesseus Aegeas

 

Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Το θλιβερό μαντάτο της πολιορκίας της Πόλης, φτάνει και στην Κρήτη. Ο Σφακιανός Μανούσος Καλλικράτης οργανώνει εκστρατεία για βοήθεια της βασιλεύουσας. Χίλια πεντακόσια παλληκάρια απ’ όλη την Κρήτη με 5 πλοία αναχωρούν από τη Σούδα στις 15 Μαρτίου 1453, αποφασισμένα να πολεμήσουν και να σκοτωθούν. Θάνατος ή νίκη είναι γι’ αυτούς ζήτημα τιμής.

Η απίστευτη ηρωική ιστορία των Κρητικών ως τελευταίων μαχητών του Βυζαντίου κι όχι μόνο πολεμιστών αλλά και ναυτών, όπως αποδεικνύεται, διότι εμπλέκονται σε επιτυχή ναυμαχία (για την οποία ποτέ έως τώρα δεν έχει δοθεί η δέουσα σημασία) με τον κατά πολύ υπέρτερο Τουρκικό στόλο, παραμένει για χρόνια άγνωστη στο ευρύ κοινό. 

Η θαμμένη αυτή ιστορία υπάρχει σε χειρόγραφο (Παράρτημα Α) στη μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος. Σήμερα πολύς κόσμος σε όλη την Ελλάδα αλλά και στη Κρήτη αγνοεί τις ηρωικές πράξεις των προγόνων μας Κρητικών. Μέχρι σήμερα η συμβολή της Κρήτης στην αποτροπή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης έχει μείνει στην αφάνεια για αυτό και είναι σημαντικό να παρουσιαστεί εδώ μια νέα πτυχή της ιστορίας. 

Αναρωτιόμαστε όλοι, γιατί αυτές οι ηρωικές σελίδες όπως και τόσες άλλες δεν έγιναν γνωστές στο ευρύ κοινό και δεν περιλαμβάνονται σε κάθε σχολικό βιβλίο. Οι μαθητές θα πρέπει πέραν της γενικής ιστορίας να γνωρίζουν και την ιστορία του τόπου τους. Όλοι οι λαοί προσπαθούν να κατασκευάσουν ρίζες από 'κει που δεν έχουν...να χτίσουν ιστορία! Κι εμείς που έχουμε τόσο ένδοξη και λαμπρή ιστορία την αγνοούμε δυστυχώς...!!

Στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους το 1919, βρέθηκε ένα χειρόγραφο από τον ποιητή Ι.Α.Κόντο (έψαχνε για άλλη μελέτη τα αρχεία της μονής) το οποίον είχε γραφτεί από τον μοναχό Καλλίνικο λίγα χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης (1460). Ο μοναχός Καλλίνικος εξιστόρησε την αποστολή των Κρητικών μαχητών στην Κωνσταντινούπολη, για χάρη του ανήμπορου λόγω πολεμικών τραυμάτων μοναχού Ιερώνυμου, που δεν ήταν άλλος από τον επιζώντα Πέτρο Κάρχα (Γραμματικό) διοικητή της μονάδας των Κρητών μαχητών κατά την επιστροφή των στη Κρήτη.

Η Κρήτη, δεν μπορούσε να αδιαφορήσει για τον κίνδυνο που διέτρεχε η Κωνσταντινούπολη. Υπήρχαν άλλωστε δεσμοί αίματος με το Βυζάντιο, απ’ την εποχή που εποίκησαν την Κρήτη, οι δώδεκα αρχοντικές οικογένειες της αυτοκρατορίας. Οι Κρητικοί πάντα θα θυμούνται ότι την απελευθέρωση της Κρήτης το 961 από τους Σαρακηνούς πειρατές την όφειλαν στο Βυζάντιο και μάλιστα στο Νικηφόρο Φωκά.

Ο Αυτοκράτορας επέλεξε να στείλει το πλοίο του στα Σφακιά της Κρήτης διότι ήταν το μόνο μέρος της Κρήτης αλλά και ολόκληρης της Ελλάδος που διατηρούσε την αυτονομία του. Όταν ο εκπρόσωπος του αυτοκράτορα, Βενετός πλοίαρχος Αρμάντος, συγγενής του άρχοντα της Βενετίας, φθάνει στις 15/03/1453 στο Λουτρό Σφακίων, ζητάει να δει τον «Αρχηγό των Σφακίων και Άρχοντα του Σελίνου» Μανούσο Καλλικράτη και του εξηγεί τον κίνδυνο που διατρέχει η Βασιλεύουσα.

Αμέσως ο ογδοντάχρονος καπετάνιος Καλλικράτης θα συγκαλέσει Παγκρήτια συνάντηση στην Κράπη Σφακίων όπου θα μιλήσει με θερμά λόγια στους οπλαρχηγούς της Κρήτης για την αναγκαιότητα της εκστρατείας.
Οι εθελοντές Κρητικοί που εμφανίζονται με ενθουσιασμό είναι απρόσμενα πολλοί. Τόσοι πολλοί που δεν χωρούν ούτε στα 5 καράβια που διατίθενται και αυτά από Κρητικούς. Τότε αποφασίζεται να επιβιβαστούν 1500 άνδρες, 300 σε κάθε πλοίο. Η Μοίρα αποπλέει στις 18 Μαρτίου 1453 από τη Σούδα.

Αρχηγός τους αναλαμβάνει ο ίδιος ο Μανούσος Καλλικράτης ιδιοκτήτης των τριών καραβιών (Δρόμωνες ) τα οποία διαθέτει για την επιχείρηση και τίθεται καπετάνιος του ενός. Στα άλλα δύο καράβια του καπετάνιοι ήταν ο Γρηγόρης Βατσιανός Μανιάκης από τα Άσκύφου και ο Πέτρος Κάρχας από την Κυδωνία, γνωστός και με το παρανόμι Γραμματικός. Αυτός ήταν μοναχός στο παρελθόν και λόγω του ότι γνώριζε γράμματα τον ονόμαζαν Γραμματικό.

Το τέταρτο καράβι ανήκε στον Ανδρέα Μακρή γεννημένο στην Πάτμο, με καταγωγή από το Ρέθυμνο και είχε κυβερνήτη τον ίδιο. Παρά το ότι είχε ναυλωθεί για μεταφορά λαδιού στη Φραγκιά, δε δίστασε να θυσιάσει τον υψηλό ναύλο και αργότερα τη ζωή του για την πατρίδα. 

Το πέμπτο ήταν διάρμενον, και ήλθε από το Μεγάλο Κάστρο, ιδιοκτησίας του καπετάν Νικόλα του Στειακού και τη διοίκηση του ανέλαβε ο75χρονος καπετάν Παυλής Καματερός από την Κίσσαμο. Το τέταρτο και πέμπτο κατέπλευσαν στη Σούδα από το Χάνδακα φορτωμένα με Κρητικούς.

Τα 5 πλοία ταξίδεψαν σε σχηματισμό στήλης με πρώτο πλοίο και οδηγό το πλοίο του Καλλικράτη. Μόνη στάση γίνεται στο Μούδρο της Λήμνου για ανεφοδιασμό μόνο με νερό (τα αμπάρια τα είχαν γεμάτα τρόφιμα), δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Στο Μούδρο ο Καλλικράτης συγκαλεί σύσκεψη καπετάνιων και τους εξηγεί ότι πρέπει να διέλθουν τα μεγάλα σε μήκος στενά (και πολύ επικίνδυνα λόγω Τούρκων) Δαρδανελίων μόνο νύκτα χωρίς φώτα και ομιλίες. 

Τα στρατηγικά στενά του Ελλησπόντου κατέχονταν από τους Τούρκους. Παρά το γεγονός ότι προσπάθησαν να τα πέρασαν νύκτα με πλήρη συσκότιση και αθόρυβο πλου τα Κρητικά πλοία γίνονται αντιληπτά κατά το πρώτο φως κοντά στο τέλος της διέλευσης των στενών.
Όταν τα πλοία έφθασαν στα Δαρδανέλια, αρχίζει ο κανονιοβολισμός των πλοίων από παράκτια πυροβόλα του φρουρίου της Καλλίπολης (Gallipoli). Τα πυρά των Τούρκων είναι άστοχα, προκάλεσαν όμως μικρές ζημιές στο διάρμενο. 

Τελικά καταφέρνουν να διέλθουν τα στενά παρά τις απώλειες. Οι Μουσουλμάνοι όμως ειδοποιούν, για την επερχόμενη άφιξη των Κρητικών πλοίων, τον Σουλτάνο ο οποίος στέλνει τον στόλο του για να καταλάβει ως λάφυρα τα 5 Κρητικά πλοία

Τα Κρητικά πλοία με την έξοδο τους στην Προποντίδα (θάλασσα του Μαρμαρά) θα συναντήσουν στα Προκοννήσια μεγάλο αριθμό τούρκικων πλοίων περίπου 60. Οι Τούρκοι μετά από εντολή του επικεφαλής τους Μουσταφά θα προσπαθήσουν να τα κυκλώσουν και με ρεσάλτο να καταλάβουν τα πέντε καράβια διότι τα θεώρησαν εύκολο στόχο και θα ήταν λάθος να τα βουλιάξουν, ενώ άνετα θα μπορούσαν να τα πάρουν. Προφανώς δεν γνώριζαν τι εστί Κρητική λεβεντιά, ναυτοσύνη και ανδρεία γι' αυτό και απέτυχαν οικτρά όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Η ναυμαχία κράτησε δέκα ώρες. Αρχικά 20 από τα Τουρκικά καράβια περικύκλωσαν τότε τα Κρητικά διότι τα θεώρησαν εύκολη λεία και μία φοβερή Ναυμαχία ξεκίνησε. Οι Τούρκοι είχαν περί τους χίλιους νεκρούς, ενώ οι Κρητικοί εξακόσιους. Είναι οι πρώτοι πεσόντες της πολιορκίας.

Ο Μουσταφάς βλέποντας ότι τα ρεσάλτα δεν απέδιδαν, διάταξε να αφήσουν τα γιουρούσια. Τότε μέσω διερμηνέα προσπάθησε να πείσει τους Κρητικούς να παραδοθούν με αντάλλαγμα να τους χαρίσει τη ζωή. Η απάντηση των Κρητικών ήταν 2 σαΐτες (βέλη), η μία βρήκε και σκότωσε το διερμηνέα και η δεύτερη έβγαλε το μάτι του Μουσταφά.

Τρελαμένος από πόνο και οργή ο Τούρκος διατάσει να κάψουν τα Κρητικά πλοία. Η νύχτα είχε πέσει. Τότε φάνηκε η μεγάλη ηγετική φυσιογνωμία του Καλλικράτη. Ο Καλλικράτης βλέποντας τώρα ότι δεν έχουν ελπίδα να περάσουν όλα τα πλοία θα ζητήσει από τους καπετάνιους όλοι οι Κρητικοί να μεταπηδήσουν σε 3 πλοία δηλαδή στο Τούρκικο (για παραπλάνηση) και σε 2 δρόμωνες. Θα μείνουν μαζί με το Καλλικράτη μόνο 7 Κρητικοί από 4 στον άλλο δρόμωνα και στο διάρμενο. 
Έτσι θα επιτευχθεί ο βασικός σκοπός να φθάσουν οι περισσότεροι στην Κωνσταντινούπολη.
Σπάνιο ένας ηγέτης να θυσιάζεται για τους υφισταμένους του. Όλοι τον υπάκουσαν.

Αφού υλοποιείται άμεσα η μετακίνηση των Κρητικών ο Καλλικράτης θα δημιουργήσει αντιπερισπασμό με δύο καράβια και με βοήθεια την ταραγμένη θάλασσα αλλά και την παραπλάνηση θα καταφέρουν τα υπόλοιπα τρία καράβια να περάσουν στο λιμάνι της Πόλης. Ένα ξαφνικό μπουρίνι που ξέσπασε (θαύμα της Παναγιάς είπαν), η νύχτα που έπεσε και η αυτοθυσία του Καλλικράτη και των συντρόφων του, έσωσαν τους υπόλοιπους, οι οποίοι κατόρθωσαν να μπουν στον Κεράτιο στις 2 Απριλίου.
Η παραπλάνηση ήλθε από το Τούρκικο πλοίο, το οποίο είχε κυρίεψε ο Γρηγόρης, διότι παραπλάνησε τον Μουσταφά μέσα στη νύχτα και τον έκαμε να νομίσει ότι και τα τρία καράβια που απομακρυνόταν από τ’ άλλα προς τον Βόσπορο ήταν Τουρκικά. Ωστόσο τα δύο άλλα όπου έμειναν με τον Καλλικράτη, δίνοντας μαθήματα ναυτοσύνης και ανδρείας στις ναυμαχίες, έκαναν τον Μουσταφά να πιστέψει πως οι Κρητικοί ήταν όλοι εκείνοι και έτσι στράφηκε μόνο προς τα δύο καράβια πασχίζοντας να τα βυθίσει με τη φωτιά όπως και έγινε στο τέλος. 
Οι δύο δρόμωνες μαζί με το Τουρκικό πλοίο έφθασαν στην Πόλη την αυγή της άλλης ημέρας, και μπήκαν μέσα στον Κεράτιο χωρίς κανένα εμπόδιο, διότι η φουρτούνα είχε σκορπισμένη εδώ κι εκεί την Τούρκικη Αρμάδα. Οι Τούρκοι έχασαν πάνω από 10 πλοία και από 1000 άνδρες.

Η άφιξή των τριών Κρητικών πλοίων στις 02/04/1453 στην Κωνσταντινούπολη γίνεται δεκτή με ασυγκράτητο ενθουσιασμό και ξεχωριστή ικανοποίηση. Παρευρίσκεται ο ίδιος ο Αυτοκράτορας ο οποίος λέγεται ότι όταν έμαθε τις περιπέτειες των, τις απώλειες τριών πλοίων και 240 ανδρών καθώς και τα κατορθώματα των στην Ναυμαχία του Ευξείνου Πόντου πήρε στην προσωπική φρουρά του τους καλύτερους από τους Κρητικούς.

Στην ομιλία του κατά την υποδοχή των Κρητικών τους τόνισε ότι τα ανδραγαθήματα των και γενικά όλες οι πράξεις ανδρείας των θα γραφούν με χρυσά γράμματα στις σελίδες της Ιστορίας από τους ιστορικούς του μέλλοντος (δυστυχώς μέχρι σήμερα διαψεύσθηκε διότι όχι μόνο δε γράφηκε η ιστορία τους με χρυσά γράμματα αλλά ούτε με απλά γράμματα και παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό).
 Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης (Γενουάτης, ο σημαντικότερος στρατηγός της Κωνσταντινούπολης), χώρισε σε δύο «τούρμες» τους 760 εναπομείναντες Κρητικούς (υπήρχαν και 140 τραυματίες που πήγαν στα νοσοκομεία). Η μία τάχθηκε στους πύργους του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου (ονόματα παλαιών αυτοκρατόρων). Η άλλη τούρμα τάχθηκε στην Ωραία Πύλη που ήταν κάτω από τους πύργους. Πριν πάνε στους πύργους τους οι Κρητικοί πήγαν και προσκύνησαν στη Αγιά Σοφία. Στην διαδρομή εντυπωσιάστηκαν από τα υπέροχα κτήρια της Βασιλεύουσας που πανόμοια τους δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους.

Στις 5 Απριλίου όλοι οι Κρητικοί ήταν ήδη στις επάλξεις. Χωρίζονται σε 2 ομάδες. Η πρώτη, υπό τον καπετάν Παυλή, σπεύδει να ενισχύσει την άμυνα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, στο πλευρό του αυτοκράτορα, ενώ η δεύτερη αναλαμβάνει την υπεράσπιση 3 πύργων, του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου. Οι Τούρκοι χτυπάνε με σφοδρότητα τα τείχη με τα κανόνια τους. Έχουν στην διάθεσή τους την μπομπάρδα, το τεράστιο κανόνι του Ούγγρου Ουρβανού. Αυτό το κανόνι είναι τόσο μεγάλο, που για την μεταφορά του απαιτούνται 60 βόδια. Οι βολές γίνονται όλο και πιο ακριβείς τινάζοντας πέτρες, ξύλα και σάρκες μαζί τους. Τα τείχη σκίζονται σαν χαρτί. Οι επιτιθέμενοι τρέχουν ευθεία προς τα τείχη αλαλάζοντας, σκορπώντας τρόμο στο διάβα τους.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στα διαλλείματα των επιθέσεων των Οθωμανών οι Βυζαντινοί παρατηρούν εμβρόντητοι τους Κρητικούς να χορεύουν Κρητικούς χορούς και να τραγουδούν ριζίτικα τραγούδια. Ρωμανοί (οι μετέπειτα Πόντιοι) και Κρητικοί λένε πως έμαθαν ο ένας τον άλλο τους χορούς τους. Γι’αυτό ο πιρρίχιος χορός-σέρα (πολεμικός χορός) που συμβολίζει την προσπάθεια του πληγωμένου να κρατηθεί στη ζωή και να νικήσει τον θάνατο μοιάζει τόσο με τον πεντοζάλη τον πολεμικό χορό των λεβέντηδων Κρητικών.

 Οι Κρήτες τοξεύουνε με όλη την γρηγοράδα και την ακρίβεια που τους διακρίνει. Έχουν ψηθεί στις μάχες… Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος γυρνάει από πύργο σε πύργο με το σπαθί στο χέρι και εμψυχώνει τους υπερασπιστές της Πόλης. Όταν φθάνει στους πύργους των Κρητικών τραγουδά μαζί τους και φεύγει ο ίδιος εμψυχωμένος. 

Ο Αυτοκράτορας ξέρει ότι το τέλος πλησιάζει, αλλά προτιμά τον ένδοξο θάνατο από την ατίμωση της παράδοσης ή της φυγής. Στο μήνυμα που του στέλνει ο Σουλτάνος να φύγει και να του παραδώσει την Πόλη θα απαντήσει:
“Το δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστί οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινή γάρ γνώμη πᾶντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν“.
Ο σαρανταεξάχρονος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απέδειξε ότι ήταν πραγματικός άνδρας δίνοντας μια απάντηση επιπέδου του “μολών λαβέ“ των 300 του Λεωνίδα.

Οι εισβολείς είναι κατά πολύ υπέρτεροι αριθμητικά απ’ τους υπερασπιστές.Ο καπετάν Παυλής και τα παλικάρια του, έπεσαν ηρωικά πολεμώντας δίπλα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μπροστά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Αντίθετα, οι υπερασπιστές των 3 πύργων πολεμάνε σαν παλληκάρια χτυπώντας τους τούρκους πάνω από τους πύργους. 
Οι εισβολείς σκυλιάζουν και κάνουν έφοδο στους πύργους προσπαθώντας να σπάσουν τις βαριές ξύλινες πόρτες. Τα βέλη των Κρητών τελειώνουν, αλλά δεν χάνουν την ψυχραιμία τους. Συνεχίζουν την μάχη με πέτρες και ξύλα. Δεν παραδίδονται!

Οι ανώτεροι αξιωματικοί του σουλτάνου, εντυπωσιασμένοι από την παλικαριά των τελευταίων ζωντανών υπερασπιστών της Πόλης, τους πρότειναν παράδοση υπό τους δικούς τους όρους. Εκείνοι δέχτηκαν να παραδοθούν υπό τον όρο να τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πειραχτούν, με όλα τους τα υπάρχοντα τα άρματα και με τιμή. Οι ηγέτες των Οθωμανών, που εκτίμησαν τη γενναιότητα και βεβαίως, δεν ήθελαν να υποστούν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες για να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της πόλης που ήταν ήδη δική τους δέχτηκαν. Πιθανόν έκριναν ότι αν χρονοτριβούσαν ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, δεν θα είχαν το ανάλογο μερίδιο από τη λεηλασία. 

Μπαίνουν στο πλοίο που τους απέμεινε και φεύγουν για την Κρήτη να μεταφέρουν τα θλιβερά μαντάτα της απώλειας της Βασιλεύουσας. Στην διαδρομή προσορμίζονται για να περιθάλψουν τους τραυματίες τους στο Άγιον Όρος. Εκεί μένει για πάντα ο τραυματισμένος γραμματικός Πέτρος Κάρχας από την Κυδωνία, ως μοναχός πλέον. Η ιστορία τους επιβεβαιώνεται από τον ιστορικό της εποχής, Γεώργιο Φραντζή και από χειρόγραφα του Άγιου όρους. 
Οι δε ατρόμητοι Κρητικοί ναύτες τελευταίοι ηρωικοί μαχητές του Βυζαντίου μπόρεσαν και πήραν την εικόνα της Παναγιάς από την Αγία Σοφία ως μοναδικό λάφυρο για τις απώλειές τους και μετά από θυελλώδη διαδρομή την έφεραν στην εκκλησία Ευαγγελίστρια του χωριού Φρε στον Αποκόρωνα Χανίων.

Σύμφωνα με την παράδοση, τα μαντήλια (κεφαλομάντηλα) στην Κρήτη μετά την είδηση της άλωσης, βάφτηκαν μαύρα και μπήκαν κρόσσια, συμβολίζοντας τα δάκρυα των Κρητών για την απώλεια της Πόλης. 

Επίσης, κατά μια άλλη παράδοση, ο χορός ''χανιώτικος συρτός'' πρωτοχορεύτηκε με την επιστροφή των τελευταίων υπερασπιστών, ενώ το όνομα του αρχηγού τους δόθηκε στο χωριό του στα Σφακιά. 
Στην είσοδο του χωριού Καλλικράτης στα Σφακιά, ο επισκέπτης συναντά μια πλάκα που τον πληροφορεί ότι το χωριό χρωστά το όνομα του στο Μανούσο Καλλικράτη πρώτο αρχηγό και εμπνευστή του σώματος εθελοντών που το Μάρτη του 1453 ξεκίνησε να βοηθήσει στην άμυνα της Κωνσταντινούπολης.

Ρωτήστε έναν Κρητικό εάν ακούει Πόλη και δεν δακρύζει....Η ρίζα μας είναι βαθιά συνυφασμένη με την ιστορία της,.. με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.. με τους Κομνηνούς...με τον Νικηφόρο Φωκά...

 Οι Κρήτες έχουν και ριζίτικο για την Πόλη.

"Όντεν τη θεμελιώνασι οι γι-άγγελοι την Πόλη,
‘που τ’ Άγιον Όρος το νερό κι’ από τη Χιο το χώμα,
κι’ από την Αντριανούπολη, παίρνουν τα κεραμίδια.
Κι απής την αποκτίσανε οι γι-άγγελοι την Πόλη,
στέκουν και συντηρούν τηνε, κι’ αποθαυμάζοντήν νε..
Και πώς να την εβγάλωμε, και πώς να την ελέμε;
Πόλη, Κωνσταντινούπολη και Κωνσταντίνον πόλη.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΕΙΟΥ “ΛΑΚΩΝΙΑ” Του Ηλία Μεταξά, Οικονομικού Αξιωματικού Ε.Ν.

 

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΕΙΟΥ “ΛΑΚΩΝΙΑ”. 22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1963.

16/04/2019

Του Ηλία Μεταξά, Οικονομικού Αξιωματικού Ε.Ν.

 

  Το  Υ/Κ “ΛΑΚΩΝΙΑ” ναυπηγήθηκε το 1930 στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας από το  ναυπηγείο NEDERLANDSCHE SCHEEPSBUN. Το πρώτο του όνομα ήταν “JOHAN VAN  OLDENBARNEVELT” και ανήκε στην εταιρεία NEDERLAND LINES.  Αρχικά έκανε  την γραμμή προς τις Ολλανδικές Αποικίες στην Ινδονησία.  Είχε εκτόπισμα  20.314 τόνους, μηχανή Ντίζελ, μήκος 587 πόδια, πλάτος 75  πόδια και  ταχύτητα 16.5 κόμβους. Έπαιρνε 751 επιβάτες ενώ το πλήρωμά του  ήταν 367  άτομα. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Ολλανδικό LINER,  είχε  βεβαρυμένο ιστορικό πυρκαϊών, γεγονός που ανάγκασε τις Ολλανδικές  Αρχές  να επιβιβάζουν στα ταξίδια του, άνδρες της Ναυτικής Αστυνομίας  ώστε να  αποκλείσουν τις υποψίες για ενδεχόμενες δολιοφθορές. Στον Β΄  Π.Π.  χρησιμοποιήθηκε από τους Συμμάχους ως Οπλιταγωγό. Περιήλθε στην   ιδιοκτησία της εταιρείας GREEK LINE του ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ και χρησιμοποιήθηκε  σαν Κρουαζιερόπλοιο με το όνομα «ΛΑΚΩΝΙΑ».Την νύχτα της 22ας προς 23ην  Δεκεμβρίου 1963 στο πλοίο εκδηλώθηκε πυρκαϊά. Εγκατελείφθη και τελικώς  εβυθίσθη 6 μέρες αργότερα την 29/12/63, ενώ ερυμουλκείτο από το  Νορβηγικό Ναυαγοσωστικό «HERCULES» 250 μίλια Νοτιοδυτικά του GIBRALTAR.  Οι  εγκαταλελειμμένες Σωσίβιες Λέμβοι του επέπλεαν επί μήνες στον  Ατλαντικό  Ωκεανό. Για να μη προκαλέσουν ατυχήματα στην ναυσιπλοΐα, όσα  Πολεμικά  πλοία τις συναντούσαν τις εβύθιζαν με τα πυρά τους.

  Ένα  μήνα πρίν, στις 21η Νοεμβρίου 1963 ναυτολογήθηκα επί του «ΛΑΚΩΝΙΑ» στο  λιμάνι LE HAVRE της Γαλλίας. Το ίδιο βράδυ αποπλεύσαμε προς SOUTHAMPTON  του Ηνωμένου Βασιλείου. Εκεί κάναμε δεξαμενισμό και εκτεταμένες   επισκευές έως και την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου, οπότε και σαλπάραμε για το  FUNCHAL της Μαδέρας, πρώτο λιμάνι της επταήμερης Χριστουγεννιάτικης  Κρουαζιέρας αμέσως μετά την περίοδο επισκευής (Laid–up period).

  Κατά   τις τελευταίες ημέρες της επισκευής διενεργήθηκε Γενικό Γυμνάσιο   Πυρκαϊάς και Εγκαταλείψεως πλοίου. Κατεβάσαμε όλες τις Σωσίβιες Λέμβους   του καραβιού. Εκείνες της αριστερής πλευράς, προς την προκυμαία, τις   αφήσαμε να επικρέμανται 2 περίπου μέτρα πάνω από τον ντόκο. Αυτές όμως   της δεξιάς πλευράς, προς την μεριά της θάλασσας, τις καθαιρέσαμε τελείως   μέχρι το νερό. Τις ξεκοτσάραμε και τα Πληρώματά τους τις έκαναν  μερικές  βόλτες για εξάσκηση μέσα στο λιμάνι με τα κουπιά ή με τις  προπέλες τους  (χειροκίνητες ή μηχανοκίνητες).

Έτσι   είχαμε πλήρη εικόνα ότι όλες λειτουργούσαν καλά. Όλες εκτός από δύο   λέμβους, στην μία εκ των οποίων ήμουν και εγώ διηρημένος. Ήταν η   προτελευταία της STARBOARD SIDE,  νομίζω η Νο. 19. Εδώ άρχισε να  δημιουργείται το μοιραίο. Τις μαϊνάρισαν  μόνον λίγο κάτω από τις  επωτίδες αλλά δεν μπήκαν στο νερό. Αυτή η  παράλειψη συνέβη γιατί κοντά  στην πλώρη της βάρκας βρισκόταν κατεβασμένη  η πλευρική εξωτερική  κλίμαξ.

  Για   τους μη γνωρίζοντες, αυτή η κλίμαξ χρησίμευε για την αποβίβαση των   επιβατών στην προκυμαία ή την κάθοδό τους από το πλοίο και την επιβίβασή   τους στην άκατο (λάντζα) για την μεταφορά τους στην ξηρά, όταν το  πλοίο  παρέμενε επ’ αγκύρα, «αρόδου» στην ναυτική διάλεκτο. Οι  φωτογραφίες της  εποχής αποκαλύπτουν πλήρως το γεγονός.

  Οι   αρμόδιοι Αξιωματικοί Καταστρώματος δεν προέβλεψαν πριν από το γυμνάσιο   να «βιράρουν» λίγο την κλίμακα και να την «κολλήσουν» στα ρέλια του  PROMENADE DECK,  ώστε να απομακρυνθεί από την γραμμή καθαιρέσεως των  λέμβων. Το ίδιο  είχε συμβεί και στην αμέσως πλωριά λέμβο από την δική  μου. Κατά το  γυμνάσιο φοβήθηκαν να τις κατεβάσουν κανονικά έμφορτες με  το πλήρωμά  τους, μήπως κτυπήσουν στην σκάλα. Εάν τις είχαν κατεβάσει  στο νερό για  να ασκηθούν τα Πληρώματα στην κωπηλασία, ενδεχομένως να  είχε  παρουσιαστεί τότε το πρόβλημα στον μηχανισμό καθαιρέσεως Όπως  προανέφερα, αποπλεύσαμε το βράδυ της Πέμπτης 19 Δεκεμβρίου 1963 για το  Πορτογαλικό νησί της MADEIRA.  Σύμφωνα με κάποιες εφημερίδες, είμαστε  686 Επιβάτες και 395 Πλήρωμα.  Σύμφωνα με άλλες είμασταν 641+395, σύνολο  1,036. Βάσει του βιβλίου που  είχε γράψει τότε ο Άγγλος Cruise Director  του πλοίου, Geoffrey BOND, 646+376=1022. Δυστυχώς εχάσαμε 98 και 30  αντιστοίχως.

  Τις  δύο επόμενες ημέρες είχαμε «χοντρή» θάλασσα, μπορεί και 8 μποφώρς,  ιδίως διασχίζοντας τον Βισκαϊκό Κόλπο, τον φοβερό «Bay»  των ναυτικών, ο  οποίος τον χειμώνα γίνεται επικίνδυνος. Εγώ είχα μόνο  3,5 μήνες  θαλασσία προϋπηρεσία και είχα πάθει ναυτία. Την Κυριακή είχαμε  κατέβει  αρκετά Νότια και η θάλασσα είχε κοπάσει λιγάκι. Είχε μείνει η   αποθαλασσία με τις «μαξιλάρες» της αλλά το Κρουαζιερόπλοιο «μποντζάριζε»   ανεκτά.

  Το   βράδυ έκανα μία βόλτα έξω από τα σαλόνια, διότι σαν Δόκιμος   απαγορευόταν «επί ποινή αποκεφαλισμού» η είσοδος. Χάζεψα τα φράκα, τα   σμόκιν και τις τουαλέτες και μετά πήγα στην καμπίνα μου. Ξάπλωσα στην   κάτω κουκέτα, γιατί την επάνω την κατείχε, σαν Αρχαιότερος Δόκιμος, ο   Δημήτριος ΛΑΜΠΡΕΛΗΣ.

  Κατά   τις 11:30 την νύχτα ήχησαν τα κουδούνια του συναγερμού πυρκαϊάς. Ο   Λαμπρέλης σάλταρε φωνάζοντας: «Σήκω, φωτιά». Αρχίσαμε να ντυνόμαστε   γρήγορα. Εγώ έβαλα το παντελόνι της καλής στολής μου Νο. 8. Την είχα   παραλάβει από τον ράφτη στο SOUTHAMPTON ολοκαίνουργια και την είχα  φορέσει μόνον εκείνο το βράδυ για πρώτη  φορά. Ήταν και η τελευταία.  Πουκάμισο και γραβάτα φυσικά δεν φόρεσα,  άρπαξα όμως το κοντό μπουφάν  μου από την Στολή Υπηρεσίας «Battledress» για να έχω ευχέρεια κινήσεων  στον αγώνα που έμελλε να επακολουθήσει.

  Στις  00:35 ώρα GREENWICH εκπέμψαμε το πρώτο σήμα S.O.S.  Σαν «στραβόγιαννος»  που ήμουν ξέχασα να πάρω μαζί το σωσίβιό μου.  Έτρεξα στο πόστο μου το  οποίον ήταν γραμμένο στην Κάρτα Γυμνασίων πάνω  από το προσκέφαλό μου,  τώρα πλέον δεν θυμάμαι ποιό ακριβώς ήταν. Μετά  κάποιος Αξιωματικός με  διέταξε να πάω στο μεγάλο σαλόνι. Εκεί είδα και  άλλους από το πλήρωμα  να προσπαθούν με τσεκούρια να σπάσουν το παρκέ της  πίστας χορού, ώστε  να ανοίξουν τρύπα στο κατάστρωμα και να περάσουν τις  μάνικες νερού για  να σβήσουν την φωτιά η οποία έκαιγε τις καμπίνες  ακριβώς από κάτω.

  Θυμάμαι   ότι ένας από αυτούς ήταν ένας Έλληνας χασάπης κοντός, γεροδεμένος πάνω   από 40 χρονών. Όταν κουράστηκε να σπάει το παρκέ, του πήρα το τσεκούρι   και συνέχισα εγώ. Μετά από μερικά κτυπήματα πιάστηκα, διότι ήμουν   αμάθητος σε χειρωνακτικές δουλειές. Όταν φάνηκε κάτω από το παρκέ η   λαμαρίνα του καταστρώματος καταλάβαμε όλοι μας ότι αγωνιζόμαστε μάταια.

  Οι   Εγγλέζοι μας κατηγόρησαν εκ των υστέρων για πολλά πράγματα. Είχαν   άδικο, παλέψαμε με ψυχή αλλά ομολογώ χωρίς οργάνωση και σύστημα. Τρέχαμε   πάνω-κάτω αλλά οι φωτιές δυνάμωναν. Οι αντλίες δεν είχαν άλλη δύναμη   για να στείλουν το νερό επάνω με πίεση. Εξ άλλου είχαμε βάλει και πολλές   μάνικες, οι οποίες απλώς έστελναν το νερό σαν να πότιζες ένα κήπο.  Στην  αγωνία μου και στον υπερβάλλοντα ζήλο μου σαν «στραβόγιαννος»  πατούσα  με το πόδι μου μία μάνικα για να βγάλει περισσότερο νερό!!!

  Οι   φήμες μεταξύ του πληρώματος ήταν ότι η φωτιά ξεκίνησε από το   Κομμωτήριο, διότι τάχα, το ψαλίδι με το οποίο οι κυρίες κατσαρώνουν τα   μαλλιά τους, είχε ξεχαστεί στην πρίζα και πυρακτώθηκε. Με το μπόντζι  του  πλοίου κατρακύλησε από το τραπέζι έπεσε κάτω και πήρε φωτιά το χαλί  ή η  κουρτίνα. Αυτό ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε από όσο ξέρω.

  Το   ύποπτο όμως ήταν ότι φωτιές ξεπήδησαν και σε άλλα σημεία του πλοίου   τελείως διαφορετικά και απόμακρα μεταξύ τους. Όπως οι καμπίνες Λουξ στο   υψηλότερο κατάστρωμα. Η αποθήκη σεντονιών για τις καμπίνες και το   χειρότερο όλων το Μηχανοστάσιο. Από μετέπειτα αφηγήσεις του Α΄ Μηχανικού   Ιωάννη ΣΕΡΑΦΕΙΜΙΔΗ καθώς και άλλων Αξιωματικών, όλο το Πλήρωμα Μηχανής   κατέβηκε αστραπιαία κάτω. Έσβησαν την φωτιά σε ικανοποιητικό χρόνο και   όλοι ήλπιζαν ότι εφ’ όσον η φωτιά κατεστάλη στο πλέον επικίνδυνο  σημείο,  οι υπόλοιπες θα ήσαν εύκολες. Όμως διαψευσθήκαμε οικτρά.

  Επανερχόμενος στην αφήγηση του σαλονιού, κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν καλά.

  Τότε   ήλθε μία νεαρά και ωραιοτάτη κυρία, με μαύρη έξωμη τουαλέτα, δεν   πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την εικόνα της. Ήταν μία τραγική μητέρα. Ήταν η   κλασική μορφή της Αγγλίδας. Μετά από τόσα χρόνια θα μπορούσα να πω ότι   μου θυμίζει τον τύπο της μακαρίτισσας Πριγκήπισσας Νταϊάνα. Γλυκειά  και  αριστοκρατική. Μου είπε αναστατωμένη, όχι πανικόβλητη, να σώσω τα  δύο  παιδάκια της τα οποία ήσαν παγιδευμένα στην καμπίνα τους, τον  αριθμό της  οποίας δεν θυμάμαι, 2 ή 3 καταστρώματα πιό κάτω. Της είπα να  έλθει μαζί  μου να μου δείξει πού ακριβώς ήταν η καμπίνα τους διότι  ομολογώ δεν  ήξερα ακόμη όλο το καράβι. Κατά την διάρκεια της επισκευής  δεν μπόρεσα  να βρω τον χρόνο να το γυρίσω και να το μάθω καλά. Ασφαλώς  ήμουν  αδικαιολόγητος.

  Αφού   κατεβήκαμε τα 2 καταστρώματα, αντιμετωπίσαμε πυκνούς καπνούς. Της είπα   να μείνει πίσω. Εγώ πήρα από κάποιον ένα φακό, έβαλα και ένα βρεγμένο   μαντήλι στο στόμα μου, σαν μάσκα για να φιλτράρω κάπως τους καπνούς και   προχώρησα σκυφτά. Μετά όμως από ένα σημείο ο καπνός ήταν αδιαπέραστος,  ο  φακός δεν εφώτιζε καθόλου, ούτε μπορούσα να αναπνεύσω. Το χειρότερο   ήταν ότι φοβόμουν μην υπήρχε κάποια τρύπα στο δάπεδο και πέσω μέσα και   εξαφανισθώ. Διότι το Υπερωκεάνιο ήταν πολύ παλιό και τα κατώτερα   υποφράγματα δεν είχαν λαμαρίνα στα πατώματα τους, ήσαν ξύλινα.

  Εγύρισα  πίσω και είπα στην κυρία ότι είναι επικίνδυνο να προχωρήσω περισσότερο.  Να πάμε πάλι επάνω στο PROMENADE DECK και να μου δείξει σε ποίο ακριβώς  σημείο από κάτω μας ευρίσκετο η  καμπίνα. Πήγαμε στην αριστερή μπάντα  και στο συγκεκριμένο σημείο  ακούσαμε τις φωνές των παιδιών. Ευτυχώς τα  παιδάκια είχαν λασκάρει μόνα  τους τις πεταλούδες και είχαν ανοίξει το  φινιστρίνι και εφώναζαν: mammy, help κ.τ.λ.

  Εδώ   θα υπογραμμίσω την αξία του ανοίγματος των φινιστρινιών. Δυστυχώς στα   σύγχρονα πλοία είναι σφραγισμένα με ηλεκτροκόλληση εκ κατασκευής. Έτσι   μπορεί να θρηνήσουμε κάποτε περισσότερα θύματα.

  Πήγα   πάρα δίπλα και έλυσα μιά σχοινένια ανεμόσκαλα η οποία εχρησίμευε στην   σωσίβια λέμβο που ήταν ακριβώς από πάνω της. Μαζί με κάποιον Αλλοδαπό  εκ  του Πληρώματος την μεταφέραμε 4-5 μέτρα πιό πρύμα και την δέσαμε στα   “ρέλια” ακριβώς μπροστά από το φινιστρίνι των παιδιών. Εγώ κατέβηκα  και  είπα σε ένα από τα παιδάκια να βγει προσεκτικά μισό-μισό από το   φινιστρίνι για να το πάρω στην αγκαλιά μου. Έτσι κι έγινε. Το παιδάκι   γαντζώθηκε σφιχτά πάνω μου και εγώ σκαρφάλωσα σιγά-σιγά επάνω προς το   Κατάστρωμα Περιπάτου.

  Τα   παιδάκια ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι περίπου 6-7 χρόνων. Σαν από   θαύμα ήσαν πολύ ήρεμα και συνεργάσιμα. Δεν θυμάμαι ποιό από τα δύο   ανέβασα πρώτο. Φορούσαν τα πυτζαμάκια τους και ήσαν ξυπόλυτα. Μόλις   έφθασα στο ύψος της κουπαστής παρέδωσα το πρώτο παιδί σε κάποιους   ανθρώπους, δεν θυμάμαι εάν ήσαν οι γονείς ή κάποιοι άλλοι. Κατ’ ευτυχή   συγκυρία η αριστερή πλευρά ήταν η υπήνεμη και τα κύματα δεν ήσαν   μανιασμένα, απλώς επικρατούσε φουσκοθαλασσιά, γιατί αλλιώς θα είμασταν   καταδικασμένοι και οι τρεις μας. Πάντως το βαπόρι μποντζάριζε λίγο.

  Ξανακατέβηκα   και πήρα και το δεύτερο παιδάκι. Ανέβηκα επάνω και θυμάμαι ότι πήγε να   το πάρει η μαμά του και να το ακουμπήσει κάτω στο Κατάστρωμα το οποίο   ήταν διάσπαρτο με σπασμένα γυαλιά από τις πελώριες τζαμαρίες του   Σαλονιού. Είχαμε κάνει το μεγάλο λάθος να σπάσουμε τις τζαμαρίες για να   μπουν πιό εύκολα τα Αγήματα Πυρκαϊάς και να βάλουν πιό πολλές μάνικες,  οι οποίες όπως προανέφερα δεν είχαν πλέον πίεση. Έτσι όμως έμπαινε και   πολύς αέρας ο οποίος δυνάμωνε τις φλόγες.

  Κράτησα   το παιδί σφιχτά στην αγκαλιά μου. Δρασκέλισα την κουπαστή και πήγα και   το έβαλα να κάτσει σε μία από τις σεζ-λονγκ που υπήρχαν για να  ξαπλώνουν  οι επιβάτες στο εστεγασμένο αλλά ανοικτό κατάστρωμα  περιπάτου.

  Η   ωραία και αριστοκρατική μαμά, με δάκρυα στα μάτια, με ευχαριστούσε και   προσπάθησε να μου φιλήσει τα χέρια, τα οποία φυσικά τράβηξα πίσω και   έκανα να φύγω. Τότε ήλθε ένας αριστοκρατικός ασπρομάλλης κύριος με μαύρο   σμόκιν. Δεν μου φάνηκε τόσο νέος ώστε να είναι σύζυγος της γοητευτικής   νεαρής μητέρας, αλλά ούτε και τόσο ηλικιωμένος για να είναι ο πατέρας   της. Απορώ και πώς έκανα τέτοιες σκέψεις εκείνες τις καταστροφικές   στιγμές. Απορώ και πώς τα θυμάμαι μετά από 41 χρόνια.

  Ο   κύριος με ευχαρίστησε, άνοιξε το σακάκι, τράβηξε το πορτοφόλι του  και  έβγαλε μερικά χαρτονομίσματα Λιρών Στερλινών για να μου τα δώσει.  Εγώ  θυμωμένος του έσπρωξα το χέρι και το κόλλησα επάνω στο στήθος του.  Του  είπα με τα μέτρια Εγγλέζικα που μίλαγα τότε: “Let me go, this is my  duty”.

  Υπήρχαν   αρκετοί άνθρωποι τριγύρω οι οποίοι είχαν γίνει μάρτυρες από την αρχή   όλης της διασώσεως και ζητωκραύγασαν και χειροκρότησαν.

  Αυτή   η οικογένεια ευτυχώς διεσώθη και όταν γύρισε στην Βρετανία οι γονείς   έκαναν κολακευτικές δηλώσεις στον Τύπο και ευχαριστούσαν τον Έλληνα   Μηχανικό ο οποίος είχε σώσει τα παιδιά τους. Προφανώς ενόμισαν ότι το   άσπρο σιρίτι, διακριτικό του Κλάδου μου, εκατέρωθεν του μοναδικού   χρυσού γαλονιού του Δοκίμου που φορούσα, ήταν το διακριτικό χρώμα των   Μηχανικών. Ίσως διότι οι Αξιωματικοί Μηχανής όταν ευρίσκοντο εκτός   υπηρεσίας μπορούσαν να φορούν τις κατάλευκες φόρμες τους, αλλά να   παραμένουν αποκλειστικά στον περιορισμένο χώρο του κορυφαίου   καταστρώματος.

  Οι   δηλώσεις τους ήταν μία από τις ελάχιστες θετικές, ίσως η μοναδική, που   ανεφέρθησαν για τους Έλληνες σχετικά με το ναυάγιο, από τον Βρετανικό   Τύπο, τα «φιλελληνικά» αισθήματα και σχόλια του οποίου ανέκαθεν   διαβάζουμε. Ειδικά προ των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

  Είχαν   γίνει και κάποιες προτάσεις να βρεθεί αυτός ο Έλληνας (εγώ δηλαδή) και   να του απονεμηθεί κάποια τιμητική διάκριση. Αλλά ποτέ δεν έγινε  τίποτα.  Εμένα μου ήταν αδιάφορο και ήδη το είχα ξεχάσει, αρκεί που  γλίτωσαν τα  παιδάκια.

Τότε  ακριβώς ήλθε ένας ηλικιωμένος κοντόχονδρος και κοκκινοπρόσωπος Γερμανός  επιβάτης – μου θύμισε τον Γερμανό ηθοποιό Gert FROEBE – και μου ζήτησε  να κάνω το ίδιο ακριβώς για να σώσω την γυναίκα του.  Του είπα να με  οδηγήσει στο σημείο του Καταστρώματος που ήταν πάνω από  το φινιστρίνι  της.

Προχωρήσαμε   αρκετά μέτρα προς τα πλώρα, δρασκελίσαμε την πόρτα η οποία βρισκόταν   ακριβώς κάτω από τον “καθρέφτη” της Γεφύρας και πατήσαμε την “κουβέρτα”   της πλώρης η οποία ήταν η προέκταση του Καταστρώματος Περιπάτου.   Πράγματι εντοπίσαμε το φινιστρίνι, η κυρία μας φώναζε από κάτω. Δέσαμε   μίαν ανεμόσκαλα μαζί με ένα νεαρό λεπτοκαμωμένο Γερμανό Θαλαμηπόλο. Εγώ   κατέβηκα μόνος μου μέχρι το φινιστρίνι που βρισκόταν αυτή, αν θυμάμαι   καλά, μόνον ένα κατάστρωμα παρά κάτω.

  Η   Γερμανίδα ήταν πάρα πολύ εύσωμη. Μου έδωσε να ανεβάσω πρώτα την γούνα   της (!!!). Ξανασκαρφάλωσα επάνω και παρέδωσα την γούνα στον σύζυγό της.   Ξανακατέβηκα για να «βιράρω» και την οριζοντίως αναπεπτυγμένη κυρία.   Είδα ότι μετά μεγάλης δυσκολίας μπορούσε να περάσει τους ώμους της από   το φινιστρίνι. Τότε όμως τρόμαξα διότι εάν και εφ’ όσον κατάφερνε να βγει   ολόκληρη, δεν θα είχα τις φυσικές δυνάμεις του Άτλαντος ή του  Ηρακλέους  ώστε να μπορέσω να την συγκρατήσω και ακόμη χειρότερα να την  πάρω  αγκαλιά και την ανεβάσω επάνω. Ενδεχομένως να έσπαζε και η  ανεμόσκαλα η  οποία ήταν παμπάλαια και “καμένη” από τον ήλιο και την  αλμύρα. Ανέβηκα  ξανά στο DECK και είπα στον ατυχή σύζυγό της: “Είναι  πολύ βαρειά και εγώ είμαι  μεγαλόσωμος και βαρύς. Η σκαλιέρα θα σπάσει.  Καλλίτερα να την σώσει ο  Γερμανός ο οποίος είναι ελαφρύς”. Έφυγα και  δεν γνωρίζω τι απέγινε.

  Στις   02:10 εδόθη η διαταγή Εγκαταλείψεως. Έτρεχα όπου με διέτασσαν οι  Αξιωματικοί μου. Είχα κάποιες μικρές γνώσεις από το 1962 που είχα   ξεκινήσει ως Ναυτόπαις σε Πετρελαιοφόρο. Θυμάμαι ότι βοήθησα τον   Υποπλοίαρχο Ασφαλείας Σπυρίδωνα ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟ, ο οποίος φορούσε και ένα   κράνος, να επιβιβάσουμε τους επιβάτες σε δύο Σωσίβιες Λέμβους της   αριστερής πλευράς. Στην δεύτερη απ’ αυτές επέβη και ο ίδιος επειδή ήταν   Λέμβαρχος και απέπλευσε. Όλες οι αριστερές βάρκες καθαιρέθησαν χωρίς   πρόβλημα διότι ήταν σταβέντο (υπήνεμα). Η συνολική χωρητικότης των   Λέμβων ήταν 1,455 άτομα.

  Μετά   πήγαμε και στην δεξιά πλευρά όπου αντιμετωπίσαμε μεγάλες δυσκολίες.   Επειδή σχεδόν όλοι οι Αξιωματικοί Καταστρώματος είχαν φύγει σαν   Λέμβαρχοι, έκανα εγώ “κουμάντο” να γεμίσουμε δύο βάρκες. Είχαμε τότε   Πλοίαρχο τον Ματθαίο ΖΑΡΜΠΗ και Ύπαρχο τον Δημήτριο ΒΑΛΜΑ. Τρεις   Υποπλοιάρχους: Σπυρίδωνα ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟ, Σωκράτη ΛΟΥΚΙΣΑ, Α. ΠΑΤΕΡΑΚΗ.   Τρεις Ανθυποπλοιάρχους: Ιωάννη ΑΜΜΟΛΟΧΙΤΗ, Αχιλλέα ΜΠΙΧΤΑ, Ιωάννη ΧΑΛΑ. Ο   τελευταίος είναι ο γνωστός Γενικός Γραμματέας της Π.Ν.Ο. Αξίζει να   αναφέρω ότι είχε κόψει άσχημα το χέρι του σπάζοντας ένα τζάμι για να   ελευθερώσει μίαν ηλικιωμένη επιβάτιδα.

  Οι   Σωσίβιες Λέμβοι της δεξιάς πλευράς οι οποίες ήσαν σοφράνο”, κόντρα   στον άνεμο, είχαν τεράστιες δυσκολίες καθαιρέσεως. Μόλις ακουμπούσαν στο   νερό το κύμα τις σκαμπανέβαζε και τα Μέλη του Πληρώματος που ήσαν   διηρημένα σε αυτές με το συγκεκριμένο καθήκον να τις “ξεκοτσάρουν” από   τις μεγάλες μπαστέκες τους έπρεπε να ενεργήσουν ταχύτατα και   συγχρονισμένα. Όταν κατέβαινε το κύμα τεζάριζαν τα συρματόσχοινα και ο   γάντζος της μπαστέκας δεν μπορούσε να βγει από τις αντίστοιχες γάφες   πλώρα και πρύμα. Όταν ανέβαινε το κύμα έπρεπε να προσέχουν πολύ οι   άνδρες, γιατί οι μεγάλες μπαστέκες λασκαρισμένες πηγαινοερχόντουσαν και   υπήρχε κίνδυνος να τους κτυπήσουν άσχημα.

  Εκεί   βέβαια οι Έλληνες Ναυτικοί έδειξαν την ναυτοσύνη τους, κατάφερναν να   τις ξεκοτσάρουν όταν ανέβαιναν με το κύμα και λασκάριζαν τα   συρματόσχοινα με απαράμιλλο συγχρονισμό. Σε μερικές περιπτώσεις   χρησιμοποιήσαν και τα μικρά τσεκούρια που ήσαν δεμένα με σχοινάκι   γι’αυτό τον σκοπό! Έπλεαν δε μακρυά από το φλεγόμενο σκάφος και το   αντιμάμαλο.

  Από   τους 395 περίπου του Πληρώματος, μόνον οι 165 ήσαν Έλληνες. Η μεγάλη   πλειοψηφία των υπολοίπων ήσαν οι 90 Γερμανοί, οι Ιταλοί και διάφοροι   άλλοι. Κατά βάση ήσαν Θαλαμηπόλοι και Μάγειροι. Δεν ήσαν Ναυτικοί, ήσαν   υπάλληλοι ξενοδοχείων με διαβατήρια και παρά τις Ευρωπαϊκές τους   εθνικότητες, αμοιβόντουσαν (παραδόξως) πιό λίγο από τους Έλληνες   Ναυτεργάτες. Αυτό σήμερα είναι η πεπατημένη.

  Συνήθως   ήσαν μεθυσμένοι, ιδιαίτερα μετά τις εργάσιμες ώρες τα βράδια. Έτσι  κατά  τη διάρκεια του ναυαγίου τα μεσάνυκτα, αρκετοί ήσαν “τύφλα”. Έτσι  λίγοι  μπορούσαν να προσφέρουν θετικές υπηρεσίες στον απελπισμένο αγώνα  μας  δια την κατάσβεση των 4 πυρκαϊών οι οποίες είχαν ξεσπάσει σε εκ   διαμέτρου αντίθετα σημεία στο πλοίο. Όσον αφορά στην εγκατάλειψη, η   οποία είναι ακόμη πιό εξειδικευμένη ναυτική δουλειά, δεν έκαναν απολύτως   τίποτε. Ο ηλικιωμένος Γερμανός Αρχιμάγειρος τριγύριζε στα Βατς, έπινε   και φώναζε «ALLESKLA». Δεν τον ξαναείδαμε.

  Κάποιος  Αξιωματικός, δεν θυμάμαι ποιός, με διέταξε “Κάνε κουμάντο να φορτώσεις  τις βάρκες”. Αυτές κατέβαιναν άδειες από το BOAT DECK στο επίπεδο του  PROMENADE DECK.  Οι επιβάτες περίμεναν εμπρός από το σημείο καθόδου κάθε  λέμβου στην  οποίαν αντιστοιχούσαν οι καμπίνες τους, ακριβώς όπως ήταν ο  Πίναξ  Διαιρέσεως και το γυμνάσιο το οποίο είχαμε κάνει μετά τον  απόπλου από το  SOUTHAMPTON.  Μαζί με κάποιους από το Πλήρωμα ανοίξαμε  τα πορτάκια που υπήρχαν στα  ρέλια (κάγκελα) και ρίξαμε τις ανεμόσκαλες  εμπρός σε κάθε βάρκα.

  Η  μία απ’ αυτές τις βάρκες, όταν κατέβηκε στο επίπεδο του καταστρώματος  επιβιβάσεως (PROMENADE),  είδα με δυσάρεστη έκπληξη ότι είχε μέσα  πολλούς από το Αλλοδαπό  Πλήρωμα. Οι πονηροί είχαν ανέβει στο από πάνω  κατάστρωμα λέμβων και  είχαν “μπουκάρει” παράνομα για να εξασφαλίσουν  θέση. Παρά το ότι ήμουν  “άψητος” Δοκιμάκος, πήρα το κουράγιο και με  ύφος επιτακτικό και φωνή  σκληρή τους διέταξα να βγουν έξω για να μπουν  οι επιβάτες πρώτοι, και  μετά μόνον εκείνοι που ήσαν διηρημένοι στην  συγκεκριμένη βάρκα. Μέσα μου  φοβόμουνα ότι θα με πέταγαν στην θάλασσα.  Τίποτε δε συνέβη, βγήκαν όλοι  έξω σαν αρνάκια.

  Τακτοποιήσαμε   τους Επιβάτες οι οποίοι αντιστοιχούσαν στις δύο βάρκες που μου είχαν   αναθέσει. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την ψυχραιμία των Αγγλοσαξώνων. Αν είχαμε   άλλες εθνικότητες, λιγότερο πειθαρχημένες και περισσότερο   συναισθηματικές από πιό ηλιόλουστες χώρες, φοβούμαι ότι θα θρηνούσαμε   μεγαλύτερες απώλειες.

  Άρχισα   να μετρώ κεφάλια και να επιβιβάζω τον ακριβή αριθμό ατόμων, βάσει της  χωρητικότητος ο οποίος αναγραφόταν στην πλώρη κάθε σωσιβίας λέμβου,   νομίζω ότι ήταν 80 άτομα μαζί με το Πλήρωμα. Ο κόσμος έμπαινε με τάξη   και ησυχία. Θυμάμαι ότι σε μία από τις βάρκες εσταμάτησα την επιβίβαση   με τελευταία μία γηραιά Αγγλίδα κυρία. Με στόμφο είπα: “The boat is  full, no more”. Με  το μπουφάν, το ψευτογαλονάκι μου και το πηλήκιο,  είχα αποκτήσει τον  αέρα σαν Λόρδος του Ναυαρχείου. Πάντως ο Άγιος  Νικόλαος με βοηθούσε,  τους είχα επιβληθεί και όλοι με υπάκουαν. Ένας  γλυκός γεροντάκος, ο  οποίος ήταν ακριβώς πίσω από την προαναφερθείσα  κυρία μου την έδειξε και  μου είπε δειλά και ευγενικά: “This is my  wife”. Εγώ σκέφθηκα και με ύφος περισπούδαστο του απήντησα: O.K. you may  pass too”.  Δεν νομίζω ότι διεσώθησαν. Για τον εαυτό μου σκεπτόμουν ότι  θα ήταν  καλύτερα να μείνω στο πλοίο και να μην διακινδυνεύσω την  αβεβαιότητα του  σκοτεινού και ταραγμένου Ατλαντικού. Ευελπιστούσα ότι  θα ξημέρωνε ο  Θεός την ημέρα και θα είχαν φτάσει τα ταχύτατα  Αντιτορπιλικά από τα  γύρω λιμάνια, FUNCHAL MADEIRA, AZORES,  CASABLANCA, GIBRALΤAR κ.ο.κ. για να μας σώσουν.

  Αυτή   η συγκεκριμένη λέμβος καθαιρέθηκε από το επάνω κατάστρωμα, κατέβαινε   ωραία και σιγά. Αλλά μόλις ακούμπησε στην φουσκοθαλασσιά δεν μπόρεσαν να   την ξεκοτσάρουν αμέσως. Ήλθε και ένα κύμα πιό μεγάλο από τα άλλα την   αναποδογύρισε και άδειασε όλους τους επιβαίνοντες, Πλήρωμα και Επιβάτες   στο νερό.

  Αυτές   τις σκηνές αλλοφροσύνης που έβλεπα δεν τις πίστευα. Κόλαση του Δάντε.   Άνθρωποι να πνίγονται. Άνθρωποι να προσκρούουν πάνω στα μεταλλικά  πλευρά  του καραβιού σπρωγμένοι από τα πελώρια κύματα και να  συνθλίβονται.  Νόμιζα ότι έβλεπα κάποια σκηνή από κινηματογραφική  ταινία. Ανοίξαμε τα  ξυλοκιβώτια που βρισκόντουσαν τεταγμένα κατά μήκος  του PROMENADE και BOAT DECK και περιείχαν εφεδρικά σωσίβια για παρόμοιες  καταστάσεις. Τους τα  πετάξαμε όλα για να έχουν κάτι να πιαστούν. Τους  πετάξαμε επίσης τις  κουλούρες που ήταν κρεμασμένες στα ρέλια. Με λίγα  λόγια κάναμε ό,τι  μπορούσαμε για να τους σώσουμε αλλά δεν γνωρίζω πόσοι  τελικώς διεσώθησαν  από αυτή την βάρκα.

  Στην   επόμενη βάρκα ήμουν και εγώ διηρημένος. Κάτι μου έλεγε να μη μπω. Την  γέμισα ομαλότατα και άρχισαν να την μαϊνάρουν από το υπεράνω μας BOAT  DECK.  Αλλά δεν κατέβαινε στρωτά, ταρακουνιόταν. Φώναξα από κάτω: “Τί   συμβαίνει;”. Μου απάντησε ο Ανθυποπλοίαρχος Ιωάννης ΑΜΜΟΛΟΧΙΤΗΣ: “Δόκιμε   έχουμε πρόβλημα με το φρένο, έλα πάνω να βοηθήσεις”. Ανέβηκα τρέχοντας   τη σκάλα από πρίμα και βρέθηκα στο BOAT DECK.  Τότε κατάλαβα τί  συνέβαινε. Τα καπόνια βαρύτητος, παλαιοτάτης  κατασκευής του 1930, είχαν  μίαν ιδιομορφία. Έπρεπε να στρίβουμε ένα  είδος “βάρδουλας” για να  ξεσφίγγει ένας κοχλίας. Αυτός ο μεγάλος κοχλίας  ήταν σαν άξονας ή σαν  μοχλός, δεν μπορώ να τον περιγράψω καλύτερα τώρα  μετά από 41 χρόνια,  βρισκόταν δε σε κάθετη θέση. Κάτω από την “βάρδουλα”  υπήρχε ένα έλασμα  το οποίο επενεργούσε ως ασφάλεια, έτσι τουλάχιστον  κατάλαβα τότε.  Δηλαδή πίεζε σαν ελατήριο προς τα πάνω την στρόφιγγα της  “βάρδουλας”.  Για να γίνω πιο κατανοητός, κάτι σαν το τσιμπιδάκι φρυδιών.

  Το   δυστύχημα ήταν ότι ο κοχλίας δεν ήταν γρασαρισμένος. Ήταν αδούλευτος,   εν μέρει σκουριασμένος και το χειρότερο, είχαν πέσει και μπογιές από   κάποιο απρόσεχτο βάψιμο.

  Για   να λασκάρει λοιπόν η ασφάλεια (τσιμπιδάκι) και να μπορέσουμε να   ξεστρίβουμε την “βάρδουλα” έπρεπε να γίνονται συγχρονισμένα δύο   κινήσεις. 1) Ο ένας να χτυπάει με ένα σφυρί ή σίδερο (δεν θυμάμαι τί   ακριβώς) για να λασκάρει και να χαμηλώνει λίγο το “τσιμπιδάκι” 2) Ο   άλλος ταχύτατα να ξεστρίβει την βάρδουλα.

  Ο   ΑΜΜΟΛΟΧΙΤΗΣ λοιπόν ξέστριβε και εγώ χτύπαγα. Όταν πιάνονταν τα χέρια   μου, άλλαζα τακτική. Κλώτσαγα προς τα κάτω με το τακούνι μου το   τσιμπιδάκι. Και οι δύο κινήσεις ήσαν δύσκολες γιατί το τσιμπιδάκι   προεξείχε πολύ λίγο από το σπειροειδή άξονα (κοχλία) και έπρεπε να   σημαδεύω πολύ καλά γιατί αλλιώς χτύπαγα στον αέρα. Εν πάση περιπτώσει   κάτι καταφέρναμε οι δυο μας στο πλωριό καπόνι. Όμως στο πρυμιό καπόνι   (της ίδιας πάντα λέμβου) υπήρχε μόνο ένας Έλληνας Ναύτης, δεν ξέρω   ποιός. Αυτός είχε τεράστια δυσκολία να κάνει μόνος του τους χειρισμούς   που κάναμε εμείς οι δύο. Κάπου-κάπου πήγαινα και τον βοηθούσα, αλλά   χρειαζόμαστε άλλον ένα βοηθό. Η βάρκα κατέβαινε αλλά όχι ισορροπημένη   και οριζοντιωμένη. Πότε κατέβαινε πιό πολύ από πλώρα και άλλοτε πιό πολύ   από πρίμα. Όπως προείπα οι επωτίδες ανακρεμάσεως (καπόνια) ήσαν   απηρχαιωμένου τύπου, ακόμη και για το 1963. Δεν λειτουργούσαν   συνδυασμένα και ισοζυγισμένα και ήσαν ανεξάρτητες μεταξύ τους.

  Παρά   τις δικές μας προσπάθειες οι ταλαντώσεις εξασκούνταν τεράστιες  δυνάμεις  πάνω στα καπόνια. Σκεφθείτε την βάρκα βαρυφορτωμένη, το  μποτζάρισμα του  πλοίου, τα κτυπήματα της βάρκας στα πλευρά του πλοίου  και θυμηθείτε ότι  κατά το γυμνάσιο στο SOUTHAMPTON δεν την είχαν  κατεβάσει μέχρι το νερό. Έτσι εάν υπήρχε κάποια αδυναμία,  κάποιο κράκ  ενδεχομένως στην σιδεροδοκό του καπονιού θα παρουσιαζόταν  τότε.

  Δυστυχώς   η αστοχία υλικού παρουσιάσθηκε την πλέον ακατάλληλη ώρα.. Το καπόνι   έσπασε σαν ξυλαράκι και η βάρκα κρεμάσθηκε στην μπαστέκα του ενός μόνον   καπονιού και όλοι οι επιβαίνοντες αδειάσθηκαν στην θάλασσα σαν να ήταν   τσουβάλια. Υπολογίζω ότι έμφορτη η βάρκα θα πρέπει να ζύγιζε πάνω από 9   τόνους. Όλος ο εξαρτισμός της βάρκας, αλμπουράκια, κουπιά, σκαρμοί,   κινητοί πάγκοι, γάντζοι, λαγουδέρες, διάφορα ξύλα κ.ο.κ. έπεσαν στα   κεφάλια όσων είχαν επιζήσει της κατακρημνήσεως και έπλεαν ακόμη μέσα στο   νερό. Έβλεπα ένα δεύτερο εφιάλτη, δεν πίστευα ότι ήμουν εγώ εκεί μπρός   σ’ αυτή την συμφορά.

  Η   πτώση αυτή ήταν κατά πολύ χειρότερη από την ανατροπή της προηγουμένης  λέμβου, η οποία είχε ήδη ακουμπήσει στο νερό και απλώς ήλθε καπάκι. Η   δεύτερη έπεσε από υψηλά με ότι θανατικό αυτό συνεπάγεται. Φοβούμαι ότι   τα πιό πολλά θύματα από τα 128 του ναυαγίου θα προέρχονταν από την πτώση   της συγκεκριμένης βάρκας. Ρίξαμε σε αυτούς τους δυστυχισμένους όποια   σωσίβια είχαν ξεμείνει. Επαναλαμβάνω ότι αυτή ήταν η λέμβος στην οποίαν   ήμουν διαιρεμένος και παρεχώρησα την θέση μου σε κάποιον άλλον επιβάτη.

  Ένας   από εκείνους που βρέθησαν μέσα στο νερό ήταν ο θαλαμηπόλος ΒΕΡΥΚΙΟΣ.   Αυτός ο δυστυχής κατάφερε να σκαρφαλώσει στην ανεμόσκαλα και να ξαναμπεί   στο πλοίο. Ίσως ήταν ο μόνος. Ήταν αγνώριστος, έτρεμε και μούγκριζε   ακατάληπτα. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Τον κουκουλώσαμε με μία κουβέρτα   για να μη παγώσει τελείως. Φοβόμουνα ότι θα πέθαινε.

Καταχάρηκα   όταν τον είδα ζωντανό μερικές ημέρες αργότερα όταν βρεθήκαμε στα  γραφεία της εταιρείας ή των δικηγόρων, δεν θυμάμαι. Τότε μου εξήγησε πως   όταν βρέθηκε στο νερό, το κύμα τον ανεβοκατέβαζε ρυθμικά. Το σπασμένο   καπόνι κρεμασμένο και μπλεγμένο στα συρματόσχοινά του, έφθανε μέχρι την   επιφάνεια του νερού και εκινείτο ανάλογα με τους διατειχισμούς του   πλοίου, σαν εκκρεμές θανάτου και θέριζε τα κεφάλια αυτών που κολυμπούσαν   απεγνωσμένα να σωθούν.

  Ο   Βερρύκιος ήταν πολύ τυχερός όταν το κεφάλι του κατέβαινε χαμηλά μαζί  με  τα κύματα, το καπόνι (σιδεροδοκός βάρους 2-3 τόνων) περνούσε ξυστά   από πάνω του και πήγαινε προς την αντίθετη πλευρά. Όταν τα κύματα τον   ανέβαζαν ψηλά στο επικίνδυνο σημείο, η «Λαιμητόμος» είχε ήδη περάσει   απέναντι και έτσι την γλύτωνε. Αυτό του συνέβη μερικές φορές. Κάποτε επί   τέλους κατάφερε να πιαστεί από την ανεμόσκαλα, της οποίας τα τελευταία   σκαλοπατάκια ήσαν μέσα στο νερό, και άρχισε να σκαρφαλώνει. Αλλά και   εκεί ήταν άτυχος, τον εχτύπησε το κύμα στο καράβι, έχασε την ισορροπία   του, το ένα πόδι του μπλέχτηκε στην ανεμόσκαλα και όλο του το σώμα   ξαναβούτηξε ανάποδα μέσα στο νερό. Φαντασθείτε, το πόδι επάνω και το   σώμα να χτυπιέται ξανά στο καράβι, το δε κεφάλι μέσα στο νερό να   πνίγεται.

  Με   υπεράνθρωπες προσπάθειες κατάφερε να ισορροπήσει ξανά και να αρχίσει   τον «Γολγοθά» του σκαρφαλώματος. Όταν επί τέλους έφθασε επάνω (πάντα   κατά την αφήγησή του) ακούμπησε την κοιλιά του στην κουπαστή και με την   τελευταία ικμάδα δυνάμεως που του είχε απομείνει, έσπρωξε όλο το σώμα   του μέσα στο κατάστρωμα περιπάτου. Είπε μέσα του: “Τώρα ας γίνει ό,τι   θέλει”. Εμείς σπεύσαμε να του κάνουμε εντριβές για να μη παγώσει όπως   προανέφερα, αυτός όμως δεν είχε ανάγκη από μασάζ. Πονούσε τρομερά γιατί   το σώμα του ήταν μωλωπισμένο παντού διότι είχε φάει εκατοντάδες   κοπανίσματα από την θάλασσα πάνω στα πλευρά του βαποριού, και είχε   υποστεί κακώσεις. Ήθελε να μας πει: “Σταματήστε βρε παιδιά γιατί πονάω”,   αλλά δε μπορούσε να μιλήσει, απλώς μούγκριζε. Όσο περισσότερο τον   τρίβαμε, τόσο του μεγαλώναμε το μαρτύριό του.

  Ύστερα   έλαβε χώρα ένα θλιβερό επεισόδιο που είχε κάνει αρκετό θόρυβο τότε.   Είδα τον Α΄ Μηχανικό Ιωάννη ΣΕΡΑΦΕΙΜΙΔΗ να στέκεται στο καφάσι, στο άκρο   της κατεβασμένης πλαϊνής σκάλας (αυτής που δεν είχε διπλωθεί κατά το   γυμνάσιο) μαζί με τον Ναύκληρο ή τον Υποναύκληρο και να κραυγάζει και να   βρίζει. Πήγα κοντά να δω και να βοηθήσω. Ο Α΄ Μηχανικός ωρύετο:   Παλιάνθρωποι, άτιμοι. Πού μας αφήνετε να καούμε; Γυρίστε πίσω”. Ευτυχώς   εκείνη την ώρα είχε πέσει η φουσκοθαλασσιά.

  Τι  είχε συμβεί; Ο Α΄ Μηχανικός μου εξήγησε ότι είχε κρατήσει αυτή την  τελευταία μηχανοκίνητη λέμβο STAND–BY για να βάλει μέσα τους  Αξιωματικούς και το Πλήρωμα της Μηχανής που  είχαν παραμείνει κάτω στο  Μηχανοστάσιο καθ` όλη την διάρκεια του  συναγερμού και με αυταπάρνηση  και ηρωισμό κατάφεραν να σβήσουν την πιό  επικίνδυνη φωτιά. Χάρη στις  δικές τους προσπάθειες διατηρήθηκαν αναμμένα  τα φώτα του βαποριού και  έτσι διευκολύνθηκε πολύ το έργο των Αγημάτων  Πυρκαϊάς και της  Εγκαταλείψεως. Είναι βέβαιο πως αν είχαν εγκαταλείψει τη θέση τους και  έσβηναν τα φώτα θα είχαμε πολύ περισσότερα θύματα. Σε  αυτή την  τελευταία βάρκα ο Α΄ Μηχανικός ήθελε να βάλει και μερικές  συζύγους και  παιδάκια Μηχανικών, που συνταξίδευαν λόγω των  Χριστουγέννων.

Ήταν   μία τραγική σκηνή, η βάρκα που θα μπορούσε να σώσει 80 ανθρώπους,  έφυγε  μόνον με 7. Έναν Ασυρματιστή, έναν Υποπλοίαρχο, έναν  Ανθυποπλοίαρχο,  μιά Εγγλέζα Νοσοκόμα από το Πλήρωμα (ερωμένη του  Ανθυποπλοιάρχου) και  άλλους τρεις του Πληρώματος, δεν είδα ποιούς.  Προφανώς ήσαν οι ναύτες οι  διαιρεμένοι για την καθαίρεσή της και την  μετέπειτα πλεύση της. Για  ευνόητους λόγους δεν καταγράφω τα ονόματα των  τριών “Αξιωματικών” οι  οποίοι το έσκασαν και έτσι καταρράκωσαν τις  Ελληνικές ναυτικές  παραδόσεις και λεβεντιά. Το χειρότερο ήταν ότι  έδωσαν αφορμή στους  ξένους να βυσσοδομούν εναντίον μας. Δεν έμαθα ποτέ  τι ποινή τους επέβαλε  το δικαστήριο της Σύρου για την δειλία και την  λιποταξία τους.

  Στεκόμουν   άλαλος και έβλεπα τη βάρκα να απομακρύνεται σιγά-σιγά από την κόλαση   του φλεγομένου πλοίου, το οποίο δημιουργούσε ένα φωτεινό κύκλο μέσα στο   σκοτεινό Ατλαντικό. Όσο η τελευταία αυτή βάρκα έβγαινε από το φωτεινό   κύκλο και έσβηνε ο ρυθμικός ήχος της μηχανής της, έσβηναν και οι ελπίδες   μας.

Τελικά   απομείναμε πάνω στο πλοίο γύρω στα 200-300 άτομα χωρίς βάρκα. Ποτέ δεν   μάθαμε πόσοι ακριβώς. Περιμέναμε να έλθουν άλλα πλοία προς διάσωση. Το   ηθικό μας ήταν καλό.

  Ένα   Καμαρoτάκι, Έλληνας από την Αίγυπτο, εμψύχωνε τον κόσμο παίζοντας  πιάνο, φορούσε κάλτσες χούλα-χουπ και έλεγε χαριτωμένα: «Τώρα θα   χορέψουμε μπαλέτο». Ο Θαλαμηπόλος Π. Αβτζόγλου σήκωσε μιαν ηλικιωμένη   κυρία και εχόρεψαν ένα βαλσάκι. Δυστυχώς και αυτός αργότερα ξεψύχησε στα   παγωμένα νερά.

  Τότε   σκέφθηκα ότι θα ήταν καλό να κάνουμε έναν έλεγχο σε όσες καμπίνες  μπορούσαμε ακόμη να έχουμε πρόσβαση, μήπως υπήρχαν κάποιοι   εγκλωβισμένοι, τραυματίες, ανήμποροι γενικώς, και να τους τραβήξουμε   επάνω.

Πήρα   ένα-δύο άλλους από το Πλήρωμα και ψάξαμε αλλά δεν βρήκαμε κανένα.    

   Κοίταζα μήπως βρω κανένα σωσίβιο παρατημένο, γιατί ένα που είχα βρει το   είχα πετάξει στους δυστυχισμένους όταν αναποδογύρισε η πρώτη βάρκα.   Τελικώς δεν βρήκα. Μετά χωρίς συναίσθηση του κινδύνου κατέβηκα στο   κατώτερο DECK όπου ήταν η καμπίνα μου για να σώσω την μοναδική μου  περιουσία, τα  ρούχα μου. Τα παράχωσα βιαστικά σε μια μεγάλη  παλιοβαλίτσα που είχα,  άρπαξα και ένα αδιάβροχο, που δε χώραγε, στο  άλλο χέρι και άρχισα την  δύσκολη να ανέβω στα ανοικτά καταστρώματα.  Εκεί κάτω φωτιά και καπνό δεν  είχε, υπήρχαν όμως πολλά νερά στους  διαδρόμους από τις μάνικες κατά την  προσπάθεια της πυρόσβεσης. Το πλοίο  είχε πάρει αρκετή κλίση από τον  καιρό, αλλά και από το τεράστιο βάρος  των συσσωρευμένων νερών.  Περπατούσα με δυσκολία, σκόνταψα και έπεσα  μερικές φορές. Ευτυχώς  υπήρχαν φώτα και τελικώς ανέβηκα επάνω.

  Μετά   βαλθήκαμε με μερικούς άλλους να μαζεύουμε από καμπίνες κουβέρτες για  τους λίγους τυχερούς που τους είχαμε ψαρέψει από τις αναποδογυρισμένες   σωσίβιες λέμβους και που κινδύνευαν να πάθουν πνευμονία ή κρυοπαγήματα.   Βρήκα επίσης και πήρα μαζί μου μερικές κούτες τσιγάρα και τα έδωσα  στους  συναδέλφους επάνω γιά να καπνίσουν και να ηρεμήσουν. Εγώ ποτέ δεν  ήμουν  καπνιστής.

  Σε   ένα τραπεζάκι ενός άδειου σαλονιού βρήκα μια παρατημένη φωτογραφική   μηχανή. Άρχισα να τραβώ φωτογραφίες “αναμνηστικές” διαφόρων Επιβατών και   Πληρώματος μπροστά στην φωτιά που είχε φουντώσει και έφθανε ψηλότερα   και από τις υπερκατασκευές του πλοίου. Είχα ένα κακό προαίσθημα ότι οι   Βρετανοί θα κακοποιούσαν την αλήθεια, όπερ και εγένετο. Με τις πόζες   αυτές θα απεδείκνυα ότι οι Ελληνες θαλασσινοί, πιστοί στις ναυτικές   παραδόσεις και ικανότητές τους χιλιάδες χρόνια, κάνανε ξανά το καθήκον   τους. Δεν εγκαταλείψαμε κανέναν, ούτε έγινε πανικός. Μοναδική θλιβερή   εξαίρεση η βάρκα των 7 φυγάδων.

  Φυσικά   σε τέτοιες καταστάσεις δεν μπορεί κανείς να απαιτήσει να πάνε όλα  ρολόι  όπως προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί και τα Οργανογράμματα.  Μερικοί  Αξιωματικοί είχαν μαζί τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να  κάνουν  Χριστούγεννα παρέα. Ούτε καν σκέφθηκαν να μπούνε σε βάρκα και να  το  σκάσουν, κολύμπησαν στον παγωμένο Ατλαντικό. Ο αδικοχαμένος  Ψυκτικός  Μηχανικός Αλ. ΓΙΑΛΙΤΑΚΗΣ, προτού ξεψυχήσει στο νερό  εμπιστεύθηκε το  διετές αγοράκι του στον Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο Δημ.  ΝΙΚΟΛΑΡΑΚΟ που ήταν  πρώην Μόνιμος Υπαξιωματικός του Β.Ν. Μόλις είχε  αποστρατευθεί και  μπαρκάρει στο Εμπορικό Ναυτικό. Η γυναίκα του  ΓΙΑΛΙΤΑΚΗ είχε παρασυρθεί  από τα κύματα και κολυμπούσε κάπου μακριά. Ο  ΝΙΚΟΛΑΡΑΚΟΣ μου είπε μετά  5-6 ημέρες στα γραφεία των δικηγόρων στον  Πειραιά, ότι είχε βάλει όλα τα  χρήματά του μέσα στις τσέπες του, ένα  μάτσο Στερλίνες. Όπως κολυμπούσε  με το ένα χέρι και με το άλλο βάσταγε  το αγοράκι, το παντελόνι “ήπιε”  νερό, βάρυνε και γλίστρησε προς τον  βυθό με μία μικρή περιουσία. Ο ίδιος  εξυπακούεται ότι έσωσε το αγοράκι,  του οποίου επίσης σώθηκε και η  μητέρα.

  Από   τους άλλους Αξιωματικούς ο Α΄ Μηχανικός ΣΕΡΑΦΕΙΜΙΔΗΣ είχε μαζί τη   γυναίκα του, Ο Α/Β΄ Μηχανικός Δ. ΚΥΡΙΑΖΑΝΟΣ είχε επίσης τη Γερμανίδα   σύζυγό του. Ο Β΄ Μηχανικός Σωκράτης ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ είχε την σύζυγό του και το   κοριτσάκι τους Αλεξάνδρα 6 ετών. Ευτυχώς όλοι σώθηκαν. Υπάρχει και   φωτογραφία τους στις εφημερίδες της εποχής.

  Είδα   τον Ύπαρχο να κάθεται στο πεζουλάκι της πισίνας κουκουλωμένος με μια   κουβέρτα, μούσκεμα από τις μάνικες, σε άθλια κατάσταση. Έβγαζε αίμα από   τη μύτη του και έβηχε άσχημα. Είχε πάθει μεγάλη ζημιά σαν επικεφαλής  των  Αγημάτων Πυρκαϊάς. Από ό,τι πληροφορήθηκα πολλούς μήνες μετά στην   Ελλάδα, η υγεία του είχε υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη.

  Ο   Α΄ Μηχανικός με διέταξε να πετάω στην θάλασσα τις ξύλινες σεζ-λονγκ,   τάχα γιά να μη βρει υλικό η φωτιά και αναπτυχθεί περισσότερο. Εγώ φυσικά   υπάκουσα, αλλά μετά από λίγο κατάλαβα το μάταιο, γιατί το καράβι ήταν   παμπάλαιο, με πάρα πολλή ξυλεία και γενικώς εύφλεκτα υλικά. Δεν είχε   καταιωνιστήρες (SPRINKLERS), ούτε πόρτες πυρασφαλείας.

  Είχαμε   καταφύγει στο ρεμέτζο πρίμα και τότε φάνηκαν πολύ μακριά στα 5 μίλια   περίπου, τα πρώτα φώτα των πλοίων που ερχόντουσαν σε βοήθειά μας. Ο Α΄   Ραδιοτηλεγραφητής Δημήτριος ΖΕΓΚΙΝΗΣ τους έκανε σήματα ΜORS με έναν  φακό. Αλλά επειδή δεν μας έβλεπαν και δεν απαντούσαν, σε  συνεννόηση με  τον Ηλεκτρολόγο συνδέσανε όλα τα φώτα του πρυμναίου  καταστρώματος και  τα αναβόσβηνε ο ΖΕΓΚΙΝΗΣ κάνοντας μορς. Αλλά και πάλι  δεν απαντούσαν.  Ρώτησα τον Πλοίαρχο Ματθαίο ΖΑΡΜΠΗ: “Γιατί δεν απαντούν  κ. Πλοίαρχε;”.  Και αυτός με μία χαρακτηριστική έκφραση και χειρονομία  απορίας μου  είπε: “Ξέρω εγώ παιδί μου; Τί με ρωτάς;”.

  Ο   Β΄ Μηχανικός Π. Β. μας έλεγε με πολύ ήρεμο ύφος, αλλά φανερά   στενοχωρημένος: «Πρέπει να πάω στην καμπίνα να πάρω το δακτυλίδι που μου   χάρισε η αρραβωνιαστικιά μου». Εγώ προσπαθούσα να τον λογικέψω και του   έλεγα: «Είσαι στα καλά σου, οι καμπίνες των Αξιωματικών είναι καμίνι,   που θα πας;». Τελικώς μαζί με τους άλλους τον καταφέραμε να μείνει μαζί   μας.

  Κάποιος   μας είπε ότι υπάρχει ακόμη μία βάρκα διαθέσιμη. Ήταν η διπλή (η μία   πάνω από την άλλη) πλώρα δεξιά πάνω από την Γέφυρα που δεν είχαν   καταφέρει να την κατεβάσουν. Διατρέξαμε όλο το PROMENADE DECK δίπλα από  τα φλεγόμενα σαλόνια. Η πολύ ψηλή θερμοκρασία έκανε τις  τζαμαρίες να  σπάνε και κομματάκια γυαλιά να εκσφενδονίζονται μακριά.  Έτρεξα στα  τυφλά κρύβοντας το πρόσωπό μου με τις παλάμες για να μην καώ ή  κοπώ από  τα θραύσματα. Με 2-3 άλλους, δεν θυμάμαι ονόματα, προσπαθήσαμε  να  σκαρφαλώσουμε για να φθάσουμε στην ξεχασμένη βάρκα, αλλά στάθηκε   αδύνατο. Ξαναγυρίσαμε στο χαμηλότερο κατάστρωμα κατάπρυμα, στο ρεμέτζο   με τους κάβους και περιμέναμε να έρθουν τα πλοία της βοήθειας. Τότε ήλθε   μία γηραιά κυρία και μου είπε ότι η μηχανή που φωτογράφιζα ήταν δική   της και την είχε κάπου χάσει. Της την επέστρεψα φυσικά, ανταλλάξαμε   διευθύνσεις και την παρεκάλεσα όταν εμφανίσει το φίλμ να μου   ταχυδρομήσει αντίγραφα των φωτογραφιών μας. Όμως ουδέποτε έλαβα κάτι,   προφανώς η κυρία χάθηκε.

  Τα   πράγματα χειροτέρεψαν όταν άρχισαν οι εκρήξεις από τα έγκατα του   πλοίου. Τότε πολλοί άρχισαν να πηδούν στην θάλασσα. Εκεί έγινε το μεγάλο   δράμα. Τα σωσίβια ήταν παλαιού τύπου από φελλό, σκληρά σαν ξύλα. Θα   προσπαθήσω να τα περιγράψω. Έμοιαζαν με τις παλάσκες του Βρετανικού και   Ελληνικού Στρατού, οι οποίες ήσαν μακρόστενες για να χωρούν τις   γεμιστήρες του οπλοπολυβόλου τύπου “ΒREN”. Ήταν λοιπόν πολύ εύκολο να  φτάσουν ψηλά μέχρι τον λαιμό και το σαγόνι και να τα σπάσουν.

  Πολλοί   πηδούσαν από ψηλά όμως επειδή δεν τα είχαν δέσει σφιχτά με την  πρόσκρουση στο νερό τους χτύπαγαν στα σαγόνια και τους έσπαγαν τους   σβέρκους. Αργότερα όταν με περισυνέλεξε το Αγγλικό Φορτηγό “MONTCALM”   βάλανε πολλά πτώματα επάνω στα κλεισμένα αμπάρια τους προς αναγνώριση.   Εκεί θυμάμαι ότι είδα τουλάχιστον έναν νεκρό του οποίου τα δόντια της   κάτω σιαγώνoς του είχαν τρυπήσει και βγει από τα ζυγωματικά οστά. Άλλη   μία τέτοια περίπτωση πτώματος μου είχε αναφέρει η τηλεφωνήτρια μας με   την οποίαν συνυπηρετούσαμε ξανά μετά από 3 χρόνια στο Υ/Κ “AUSTRALIS”,  δεν θυμάμαι το όνομά της.

  Η   τραγωδία κορυφώθηκε όταν αρκετοί πέταγαν στο νερό σανίδες, πόρτες και   ξύλινες πολυθρόνες ώστε να τις χρησιμοποιήσουν μετά κολυμπώντας.  Μερικοί  δυστυχισμένοι που ήδη κολυμπούσαν έφαγαν στο κεφάλι τα  αντικείμενα τα  οποία πετιόντουσαν και πήγαν σαν μολύβι στον βυθό.

  Αποφάσισα   ότι δεν μπορούσα να περιμένω άλλο και ότι έπρεπε να εγκαταλείψω το   πλοίο. Σωσίβιο δεν είχα, ούτε είχα βρει κάποιο εφεδρικό από τα κιβώτια   που τα βάζαμε γιατί τα πετάξαμε όλα στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε   τους ανατραπέντας. Εν πάση περιπτώσει βρήκα πάνω σε κάτι   κουλουριασμένους κάβους ένα σωσίβιο και δίπλα ένα σακάκι. Προφανώς   ανήκε (το σωσίβιο) σε κάποιον Γερμανό του Πληρώματος ο οποίος κατάλαβε   ότι δεν θα μπορούσε να κολυμπήσει με το σακάκι του. Συμπέρανα λοιπόν   ότι έβγαλε το σακάκι του και θα φορούσε μετά το σωσίβιο σκέτο. Για   κάποιο λόγο δεν ήταν εκεί κοντά, ίσως είχε πάει να βρει κάποιο μαδέρι   ώστε να πέσει στην θάλασσα πιο ασφαλής. Εγώ δεν είχα τίποτε και προ του   κινδύνου να πνιγώ, δε δίστασα, το άρπαξα και το φόρεσα.

  Συμφώνησα  να εγκαταλείψω το καράβι με τον Αρχιλογιστή μου Antonio BOGHETTI,   Ιταλοέλληνα από την Ρόδο. Αυτός φοβόταν να πέσει μόνος του γιατί ήταν   καρδιοπαθής. Του είπα: “Περίμενε να βρω μια σανίδα και έρχομαι”. Έψαξα   για κάτι ξύλινο, δεν βρήκα, γύρισα πίσω και ο Προϊστάμενος μου είχε   φύγει μόνος του. Τον ξαναείδα μετά από 3,5 χρόνια στην ANCONA. Δεν είχε  ξαναμπαρκάρει ποτέ, είχε γίνει ένας επιτυχημένος ναυτικός πράκτωρ.

  Έδεσα   μίαν ανεμόσκαλα στην κουπαστή και κατέβηκα προσεκτικά στο νερό. Έβαλα   το ένα πόδι και δοκίμασα την θερμοκρασία. Είπα στον εαυτό μου   σαρκαστικά: “Το θερμοσίφωνο χάλασε”. Ποτέ δεν προσδιόρισα τι ώρα   εγκατέλειψα το πλοίο, ίσως ήταν 3 ή 4 το ξημέρωμα. Άρχισα να κολυμπώ όσο   μπορούσα γρηγορότερα παρά το εμπόδιο του σωσιβίου. Έπρεπε να   απομακρυνθώ γιατί φοβόμουν ότι μετά τις εκρήξεις πάνω στο πλοίο,   ενδεχομένως να χυνόταν το καιόμενο πετρέλαιο στην θάλασσα και να   καιγόμαστε όπως συνέβη με το Δ/Ξ “ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΡΜΟΝΙΑ” στα στενά του   Βοσπόρου δυό χρόνια πριν, και κάηκε όλο το Πλήρωμα που κολυμπούσε.

  Γύρω   από το πλοίο υπήρχε συνωστισμός ναυαγών. Ευτυχώς η φουσκοθαλασσιά είχε   πέσει και τα φώτα του πλοίου άναβαν ακόμη. Επί πλέον η φωτιά φώτιζε σε   αρκετή ακτίνα το σκοτεινό πέλαγος. Μερικά μέτρα πιό πέρα βρήκα μίαν   αναποδογυρισμένη βάρκα και 20 περίπου άτομα πιασμένα από το σχοινάκι με   τις λαβές γύρω της. Πιάστηκα και εγώ.

  Παρά   την απειρία και την ασχετοσύνη μου είχα μεγάλο θάρρος και ψυχραιμία,   δεν καταλάβαινα πως και γιατί. Με φύλαγε ο ΄Αγιος Νικόλαος. Με προσοχή   ανέλαβα πρωτοβουλία και άρχισα να κάνω χρήση του ψευτοβαθμού μου.   Διέταξα να κολυμπάμε όλοι μαζί ρυμουλκώντας την βάρκα όσο γίνεται   μακρύτερα από το φλεγόμενο “ΛΑΚΩΝΙΑ”. Φοβόμουν επίσης μήπως μας   παρασύρει η δίνη μαζί του στον βυθό. Άκουγα μέσα στο σκοτάδι φωνές σε   διάφορες γλώσσες “Βοήθεια, help, aiuto”  κ.τ.λ. Άκουγα λαϊκά τραγούδια  που τραγουδούσαν για να πάρουν κουράγιο.  Κάποιος Μηχανικός, όπως μου  είπε ημέρες αργότερα στην Ελλάδα,  τραγουδούσε την “ΜΑΝΤΟΥΜΠΑΛΑ”,  επιτυχία της εποχής.

  Ένας   άλλος, ο προαναφερθείς Π. Β., πιασμένος από μία ξύλινη σεζ-λόνγκ   κτυπούσε τα πόδια του και απομακρύνθηκε κάπου 200-300 μέτρα από το   φλεγόμενο πλοίο. Μετά συνειδητοποίησε ότι δεν εγνώριζε να κολυμπά και   ξαναγύρισε πανικόβλητος στο καράβι. Ακόμη έως σήμερα δεν έχει μάθει να   κολυμπάει όπως μου αποκάλυψε.

  Κρατιόμαστε   συγκεντρωμένοι γιατί έτσι παίρναμε κουράγιο. Κάπου-κάπου καβάλαγα την   τρόπιδα (καρίνα) της βάρκας για να ξεκουράζομαι, αλλά ξαναέμπαινα   γρήγορα στο νερό που ήταν πιό ζεστό, γιατί έξω πάγωνα στον άνεμο. Κατά   την διάρκεια της νύκτας κάποιοι έρχονταν και πιάνονταν από τη βάρκα μας,   άλλοι την εγκατέλειπαν, άλλοι πνίγονταν. Κάναμε προσπάθειες να την   αναποδογυρίσουμε και να την φέρουμε στα ίσια της για να μπούμε μέσα και   να φυλαχθούμε από τους καρχαρίες, αλλά εις μάτην.

  Το  πρώτο πλοίο που άκουσε το S.O.S. ήταν το Βρετανικό φορτηγό «MONTCALM»  5,000 τόνων υπό τον Πλοίαρχο KEMPTON. Κατέβαινε από το QUEBEC με  προορισμό τη CASABLANCA.

  Έφθασε  στον τόπο της τραγωδίας 02:42 ξημερώματα της 23-12-1963. Έφθαναν  βεβαίως και άλλα καράβια συνεχώς. Το Αργεντινό Υ/Κ «SALTA». Το  Αμερικανικό «RIO GRANDE», το Βρετανικό «STRΑDENTEN».  Έμεναν μακρυά και  δεν επλησίαζαν να μας μαζέψουν. Οι 7 που το είχαν  σκάσει τους  προειδοποιήσαν ότι κολυμπούσαν εκατοντάδες και υπήρχε  κίνδυνος να μας  κτυπήσουν. Περιμένοντας να φωτίσει εχάθησαν πολλές ώρες  και ζωές.

  Εν  τω μεταξύ είχε σαλπάρει από το GIBRALTAR το Βρετανικό Αεροπλανοφόρο  «CENTAUR». Είχαν ήδη φθάσει από πάνω μας Αμερικανικά αεροσκάφη τύπου  HC-54D (κάτι σαν DAKOTA). Ανήκαν στο 57th AIR RESCUE SQUADRON με βάση  τις Αζόρες. Μας έριχναν κάτι φωτιστικά, τα οποία όπως μας είπαν   αργότερα δεν εχρησίμευαν μόνο δια να φωτίζουν μεγάλη επιφάνεια,αλλά   περιείχαν ταυτοχρόνως και ειδικά χημικά τα οποία με την καύση τους,   απεμάκρυναν τους καρχαρίες. Αυτή ήταν μια μέθοδος που είχε επιτυχία στον   τελευταίο Πόλεμο του Ειρηνικού και είχε σώσει αρκετούς Αμερικανούς.   Σύντομα έφθασαν και τα Αναγνωριστικά μακράς ακτίνας τύπου SHAKLETON.  Ανήκαν στο COASTAL COMMAND της R.A.F.(φρένο και  συρματόσχοινα) της  δικής μου λέμβου, επομένως θα το είχαν επισκευάσει.  Έτσι θα είχαμε  αποφύγει το ατύχημα μέσα στον ωκεανό κατά την διάρκεια  του ναυαγίου, με  αποτέλεσμα τον θάνατο μερικών δεκάδων ανθρώπων από  αυτήν και μόνον την  λέμβο. Όταν  επί τέλους ξημέρωσε είχαμε μείνει λιγότεροι ναυαγοί  πιασμένοι στην  βάρκα. Όλο το βράδυ υποβάσταζα και έδινα κουράγιο στον  Β΄ Αρχιθαλαμηπόλο  Γεώργιο ΖΟΥΜΠΟΥΛΗ. Ήταν ο επί κεφαλής Υπαξιωματικός  στα Bars του πλοίου. Ήταν ο καλύτερος τότε BARMAN της Επιβατηγού  Ναυτιλίας, δυστυχώς όμως ήταν καρδιακός και δεν είχε  ούτε σωσίβιο. Σε  μία στιγμή ένας Έλληνας Γ΄ Μάγειρος έχασε τις δυνάμεις  του και αφέθηκε  να παρασυρθεί από το κύμα λίγο παρακάτω. Είπα σε δύο Γερμανούς  Θαλαμηπόλους να πάνε να τον φέρουν πίσω.

  Εγώ   δεν αποτολμούσα να απομακρυνθώ από την υποτιθέμενη σιγουριά της ομάδος   μας, που ήταν γύρω από την ανατραπείσα Σωσίβια Λέμβο. Σαν γνήσιος  Ρωμιός  έκανα οπισθόβουλες σκέψεις ότι ένας καρχαρίας επιτίθεται πιο  εύκολα σε  ένα μεμονωμένο κολυμβητή-στόχο, παρά σε πολλούς μαζί.

  Πράγματι   τον έφεραν κοντά μας και τον άρχισα στα χαστούκια και στις μαλάξεις  για  να τον συνεφέρω. Όταν συνήλθε και μπόρεσα να κοιτάξω τριγύρω, δεν  είδα  τον Ζουμπούλη. Άρχισα να φωνάζω το όνομά του. Καμιά απάντηση,  όλοι ήσαν  γαντζωμένοι αμίλητοι, κάτασπροι περιμένοντας και το δικό τους  τέλος.  Κολύμπησα γύρω-γύρω προς την άλλη πλευρά της βάρκας, ήταν  μεγάλη 5-6  μέτρα, και τον είδα παρασυρμένο περίπου 20 μέτρα μπρούμυτα   τουμπανιασμένο να σκαμπανεβάζει ελαφρά στο κύμα. Αυτά όμως τα λίγα μέτρα   εκείνες τις στιγμές που μας τριγύριζε ο θάνατος φαίνονταν σαν μίλια.

  Με   το πρώτο φως της ημέρας τα προστρέξαντα πλοία είχαν καθαιρέσει τις  μηχανοκίνητες λέμβους τους και άρχισαν να «ψαρεύουν» επιζώντες και   πνιγμένους. Το Βελγικό «CHARLEVILLE»  περισυνέλεξε τον Πλοίαρχο Μ.  ΖΑΡΜΠΗ και αρκετούς επιβάτες, όμως 6 από  αυτούς πέθαναν από τις  κακουχίες επί του πλοίου λίγο αργότερα και τους  πέταξαν στην θάλασσα.

  Οι  φλόγες είχαν καταλαγιάσει, αλλά το «ΛΑΚΩΝΙΑ» ακόμα έβγαζε καπνούς. Το  Πακιστανικό Φορτηγό «MEHDI» έπεσε δίπλα του και παρέλαβε αρκετούς που  δεν είχαν το κουράγιο να το εγκαταλείψουν. Έφθασαν το Αμερικανικό  «EXPORTER» και το Γαλλικό «BARACA». Στις 6 το πρωί είχε αναλάβει την  πρωτοβουλία το ATLANTIC AIR RESCUE CENTRE της Αμερικανικής Αεροπορίας  στο RAMSTEIN της Γερμανίας. Ήταν μια κολοσσιαία επιχείρηση, η μεγαλύτερη  σε καιρό ειρήνης. Εκτος από τα HC-54D από τη βάση LAJES ήλθαν και άλλα  παρομοίου τύπου της 58th AIR RESCUE SQUADRON, η οποία είχε μόνιμη βάση  στην Λιβύη (τότε εβασίλευε ο INDRIS). Αυτά τα αεροσκάφη μεταστάθμευσαν  στον NAVAL AIR STATION που ευρίσκετο στη ROTA της Ισπανίας. Από την ίδια  Βάση πέταγαν τα βομβαρδιστικά – περιπολικά τύπου SP-2H NEPTUNE του  Αμερικανικού Ναυτικού.

  Η  δική μου ομάδα πλησίαζε «ρυμουλκώντας» την ανατραπείσα λέμβο προς το  Φ/Γ «MONTCALM»,  είμαστε τόσο κοντά που βλέπαμε τη Βρετανική σημαία του.  Σημειωτέον ότι  ήταν το μόνο πλοίο που είχε κατάλληλο εξοπλισμό  ραδιοσυνεννοήσεως και  μπορουσε να μιλάει με τα αεροπλάνα και να  συντονίζει.

Όταν   ακούγαμε τον ήχο μιας μηχανής να μας πλησιάζει πανηγυρίζαμε, όταν   απομακρυνόταν απελπιζόμασταν και βρίζαμε την σημαία τους. Αυτοί μας   είχαν εντοπίσει αλλά εμείς δεν το ξέραμε, απλώς μάζευαν κάποιους άλλους   οι οποίοι τύχαινε να κολυμπάνε πλησιέστερα στα καράβια τους. Είχα   αρχίσει να κουράζομαι πάρα πολύ, οι αγκώνες και τα γόνατά μου είχαν   κοκκαλώσει και δεν μπορούσα να κινηθώ κανονικά. Ήταν θέμα λεπτών να   αφεθώ στο μοιραίο. Μετά από λίγο ευτυχώς μας είδαν και μας μάζεψαν. Δεν   μπορούσα να σκαρφαλώσω στην βάρκα λόγω εξαντλήσεως.

  Θυμάμαι   ένα τεράστιο Άγγλο Ναύτη με γένια και ένα μεγάλο μαχαίρι με θήκη στην   ζώνη του να με σηκώνει σαν κουκλάκι από τον ώμο και από το σώβρακο και   να με πετάει μέσα στην βάρκα. Το παντελόνι της στολής είχε γλιστρήσει   στο νερό από πριν. Το σώβρακο σχίσθηκε και εγώ καμάρωνα στον Ατλαντικό   έχοντας μόνον την αξιοπρέπεια του μπουφάν του BATTLEDRESS με τα  σκουριασμένα επώμια μου από την μέση και πάνω. Ποτέ δεν έμαθα τι  ώρα  σώθηκα. Ο ουρανός είχε λευκά σύννεφα και εγώ είχα χάσει την αίσθηση  του  χρόνου. Ίσως ήταν 10.00 π.μ.Η βενζινάκατος ανήκε στο “MONTCALM”  και  είχε μέσα καμιά 20ριά διασωθέντες. Έτρεμα από το κρύο και την  ταραχή.  Με ξαπλώσανε στον πάγκο και ακούμπησα το κεφάλι μου σαν σε  μαξιλάρι στο  πτώμα ενός επιβάτη που ήταν ριγμένο μπρούμυτα στον πάγκο.  Το πτώμα του  μακαρίτη Ζουμπούλη παρά τις φωνές μου το άφησαν στον  Ατλαντικό. Όταν  φθάσαμε δίπλα στο Φορτηγό τους, δεν είχα κουράγιο να  πηδήξω από τη  βάρκα και με έβγαλαν σηκωτό. Με οδήγησαν σε ένα λουτρό,  πέταξα το  μουσκεμένο μπουφάν και το φανελάκι μου και έκανα ένα ζεστό  ντούς δια να  συνέλθω. Εκεί έχασα και το παμπάλαιο οικογενειακό φυλαχτό  που μου είχε  δώσει η μάνα μου, το οποίο περιείχε κομματάκι Τιμίου Ξύλου.  Πιστεύω  ότι αυτό με έσωσε. Με βάλανε να ξαπλώσω σε μία κουκέτα. Δεν  είχα  συνειδητοποιήσει ακόμα το μέγεθος της συμφοράς. Όταν έφεραν στο  «MONTCALM» 15 πτώματα έβαλα τα κλάματα. Τελικώς το «MONTCALM»   περισυνέλεξε 86 επιβάτες και 77 πλήρωμα. Οι Άγγλοι μας περιέθαλψαν   σχετικώς καλά. Εμένα με επέπληξε αυστηρά ένας Αξιωματικός τους γιατί   τόλμησα και πήρα από το «συσσίτιο» δύο σούπες και δύο σάντουιτς   προσποιούμενος ότι θα δώσω τη δεύτερη μερίδα σε κάποιον άλλο ναυαγό.

  Οι  επιβάτες του Υ/Κ «SALTA»  και ενός Αγγλικού Υ/Κ με κίτρινη τσιμινιέρα  είχαν μαζέψει ρούχα και μας  τα είχαν στείλει δια να ντυθούμε. Επίσης  υπερίπταντο Αμερικανικά «DAKOTA»  από τις Αζόρες και βοηθούσαν στην  αναζήτηση. Είχαν προβεί σε ρίψεις  πορτοκαλί πλαστικών μπόγων , οι  οποίοι περιείχαν μεταχειρισμένες  στρατιωτικές κουβέρτες δια να  ζεσταθούμε. Επίσης έριχναν και φουσκωτές  σχεδίες.

  Το  πλήρωμα του «MONTCALM»  άπλωσαν τα πτώματα πάνω στο κλειστό αμπάρι και  ήθελαν να κάνουν  αναγνώριση. Προσφέρθηκε ένας Έλληνας Β΄  Αρχιθαλαμηπόλος, ανυπότακτος και  ως εκ τούτου μόνιμος Έλληνας κάτοικος  Γερμανίας, ονόματι Μάικ. Δεν  θυμάμαι άλλα στοιχεία του, ήταν ο  κλασσικός τύπος του Μπιτσικόμη.  Ανέβηκα και εγώ πάνω στο αμπάρι τύπου  Mac Gregor για να βοηθήσω, αλλά ένας άλλος γενειοφόρος Ναύτης με δύο  σπρωξιές με πέταξε κάτω προς την κουβέρτα φωνάζοντας «go–go». Μετά μας  κλείδωσαν μέσα στο accommodation. Από την πρυμνιά πόρτα του «αλουέ»  (διαδρόμου) και μέσα από το φινιστρινάκι της βλέπαμε τους Άγγλους να  ψάχνουν τους νεκρούς.

  Το  ίδιο βράδυ 10:00μμ παραμονή Χριστουγέννων, καταπλεύσαμε στην CASABLANCA  όπου μας υποδέχθηκαν με πολλή θέρμη. Μόλις πατήσαμε στην αποβάθρα μας   περικύκλωσε κόσμος, δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερς, τηλεοράσεις κλπ. Μας   ρωτούσαν με έντονο ενδιαφέρον αν είχαμε φωτογραφίες και μάλιστα   πρότειναν και αμοιβή. Υπενθυμίζω ότι είχα επιστρέψει την κάμερα στην   γριούλα. Μας ανακοίνωσαν ότι είμαστε φιλοξενούμενοι του Σουλτάνου του   Μαρόκου Χασάν Β΄. Σημειωτέον ότι αυτός είχε υπηρετήσει ως Έφεδρος   Υποπλοίαρχος του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο   Πόλεμο.

  Καταλύσαμε  στο ξενοδοχείο πολυτελείας «TRANSATLANTIQUE».  Προτού κοιμηθούμε μας  επισκέφθηκε γιατρός και μας ερώτησε εάν  χρειαζόμαστε ιατρική φροντίδα.  Το πρωί ανήμερα των Χριστουγέννων, ήλθαν  και μας πήραν στην Ορθόδοξη  εκκλησία οι Έλληνες αδελφοί της εκεί  ευημερούσας Παροικίας. Οι πιο  πολλοί από εμάς αποποιήθηκαν ευγενικά τις  προσκλήσεις γιατί  ντρεπόντουσαν να εμφανισθούν με τέτοια χάλια.

  Εγώ   πάντως πήγα με ένα μπουρνούζι και κάτι παντόφλες. Όπως στεκόμασταν  στην  τελευταία σειρά του εκκλησιάσματος, από συστολή, ταλαιπωρημένοι,   αναμαλλιάρηδες με γένια, μαυρισμένοι από τον Αφρικανικό ήλιο,   κυριολεκτικά ναυάγια, μου ήλθαν στο μυαλό οι περιγραφές των βιβλίων που   πήγε ο μπουρλοτιέρης Κωνσταντίνος Κανάρης με τα παλληκάρια του να   προσευχηθεί μετά την ανατίναξη της “ΚΑΠΟΥΔΑΝΑΣ” στην Χίο το Πάσχα του   1822. Μετά  οι θαυμάσιοι εκείνοι Έλληνες μας πήραν με το ζόρι σπίτι τους  να  παρακαθήσουμε στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ήσαν από κάποιο  ναυτικό  μέρος της Ελλάδας, δεν θυμάμαι ποιο, και είχαν χαμένους  συγγενείς τους  από ναυάγιο στον πόλεμο.

Ήθελαν   να μας κρατήσουν και για το βραδινό. Εγώ και ο άλλος συνάδελφος, δεν  τον θυμάμαι, επιμέναμε να φύγουμε. Μας έκαναν μια μεγάλη βόλτα στην πόλη   με την MERCEDES τους. Πήγαμε και στο λιμάνι, κατ’ ευτυχή συγκυρία ήταν  το Ελληνικό  Κρουαζιερόπλοιο «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ». Συγκινητική υποδοχή από όλο  το Πλήρωμα, μας  γέμισαν τσιγάρα να τα πάμε στους υπολοίπους Ναυαγούς  στο ξενοδοχείο.  Κατά το σερβίρισμα του δείπνου το γκαρσόνι με είδε  μαύρο και άραχνο με  τα γένια κ.λ.π. και με ρώτησε στην Γαλλική αν  ήμουν Άραβας.

  Την   επομένη των Χριστουγέννων γυρίσαμε με ναυλωμένο αεροπλάνο στην Αθήνα.   Είχα υποστεί διάφορες θλάσεις και πνευμονία. Έμεινα κλινήρης στο σπίτι   μου 3-4 μέρες, αλλά διά να θεραπευθώ πλήρως εισήλθα αργότερα στο   νοσοκομείο και παρέμεινα 39 ημέρες. Όταν με εκάλεσαν στο Ανακριτικό   Τμήμα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, αδυνατούσα να προσέλθω λόγω   υγείας, αλλά μου έστειλαν μια καμιονέτα δια την μεταφορά μου. Με εξέτασε   ο τότε Πλωτάρχης Νέστωρ ΦΩΚAΣ, εξαίρετος Αξιωματικός, έκανε θαυμάσια  δουλειά. Σε  μία στιγμή εδίστασα, δεν ήξερα πως να του πω την λέξη  φινιστρίνι στην  «κοινοβαρβαρική» ή στην «καθαρευουσιάνικη», παραφωτίς. Ο  αείμνηστος  ΦΩΚΑΣ μου είπε: «Ηλία, πες τα μου όπως τα ξέρεις εσύ. Εγώ  ήμουν  Καπετάνιος στις νηοπομπές στον Πόλεμο και τα καταλαβαίνω όλα. Δεν  είμαι  από την Πάντειο».

  Όταν   τελείωσα και υπέγραψα, πηγαίνοντας προς την πόρτα, σταμάτησα και τον  ρώτησα: «Κύριε Πλωτάρχα, πείτε μου την αλήθεια. Εσείς εξομολογήσατε   τόσους διασωθέντες. Ήταν όντως δολιοφθορά των Εγγλέζων επειδή τους   παίρναμε όλους τους επιβάτες μέσα από το λιμάνι τους; Γιατί έτσι λένε   στην πιάτσα μας». Ο  ΦΩΚΑΣ με χτύπησε φιλικά στον ώμο και είπε: «Άστα ρε  Μεταξά, κάνε τον  σταυρό σου που σώθηκες και πήγαινε στην ευχή του  Θεού». Μετά 10 μήνες  περίπου, τέλος 1964, με εκάλεσαν για μια Τακτική  Ανάκριση, σε κάποιο  παλαιό, γκρίζο, θλιβερό κτήριο, γωνία Πανεπιστημίου  και Κριεζώτου (ή  Βουκουρεστίου) δεν θυμάμαι ακριβώς. Επειδή υπηρετούσα  τη θητεία μου στο  Β.Ν. πήγα ντυμένος Ναύτης. Εν πάση περιπτώσει, ποτέ  δεν ενδιαφέρθηκα να  μάθω ούτε τα πορίσματα των Ανακρίσεων, ούτε τις  Αποφάσεις των  Δικαστηρίων. Μετά  σχεδόν 30 χρόνια, τον Αύγουστο του  1993, ξαναβρέθηκα με το Κ/Ζ «ΟΡΦΕΥΣ»  στην Καζαμπλάνκα. Το απόγευμα,  κάνοντας μιά βόλτα στην πόλη και τελείως  τυχαία, χωρίς να το καταλάβω,  τα βήματά μου με έφεραν έξω από ένα  αρχοντικό κτήριο Γαλλικής  αρχιτεκτονικής της Belle Epoque των αρχών του 20ου αιώνος. Ήταν όμως  εγκαταλελειμμένο. Η θαυμάσια εξώπορτα με τα σκαλιστά  μάρμαρα και τα  περίτεχνα καγκελάκια ήταν «σφαλισμένη» με κάτι σανίδια  καρφωμένα  σταυρωτά.

Άθελά  μου κοίταξα προς τα επάνω και είδα σκαλισμένη την επιγραφή «HOTEL  TRANSATLANTIQUE».  Βεβαίως η χρυσή μπογιά είχε σβήσει προ πολλού. Όμως  οι δικές μου  αναμνήσεις δεν θα σβήσουν ποτέ. Δεν ντρέπομαι να γράψω ότι  έστεκα εκεί  μερικά λεπτά βουβός και δακρυσμένος.

  Η   θύμηση τόσων αδικοχαμένων μέσα στον παγωμένο Ατλαντικό θα είναι πάντα   μια πληγή για μας που έτυχε και σωθήκαμε. Ας είναι το γράψιμο τούτο  ένας  μικρός φόρος τιμής στη μνήμη τους, ας είναι ένα ταπεινό κερί που   ανάβουμε μπροστά στον Αϊ Νικόλα για την ανάπαυσή τους. Και να   φρονηματίζει τους νέους ναυτιλλόμενους και υπευθύνους, να αποφεύγουν   παραλείψεις που μπορεί να έχουν ανάλογες δραματικές συνέπειες.

 

Πηγή  Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας