Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Καζαντζάκης. Του Δ. Τριάντη

ινοποίησε μια δημοσίευση.
Δημήτρης Τριάντος

 «Είμαι μια ηλεκτρική συσκευή και αυτή το ηλεκτρικό ρεύμα. Αν κοπεί, χάθηκα…". Τους πάντρεψε στον Ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση στην Αθήνα μετά από 20άχρονο δεσμό, ο Άγγελος και η Εύα Σικελιανού, μάλιστα ο Νίκος ξέχασε τις βέρες, οπότε ο Άγγελος και η Εύα έβγαλαν τις δικές τους και τις πέρασαν στα δάχτυλα τους!. Η Ελένη δακτυλογράφησε την "Οδύσσεια" με τους 33.333 στίχους, 7 φορές, κατά πολλούς το καλύτερο του έργο, περιέχει περισσότερες από 5.000 λέξεις που δεν υπάρχουν σε κανένα Νεοελληνικό λεξικό, τις πήρε από το στόμα του κόσμου για να τις διασώσει.
Φωτο 1. ο επιχρωματισμός της φωτογραφίας από τον Xρήστο Καπλάνη
Φωτο 2. η Ελένη στην τελευταία σπονδή, σαν σήμερα 5 Νοεμβρίου 1957, κηδεύεται στον Μητροπολιτικό Ναό του Ηρακλείου, στον Καπετάν Μηνά όπως τον έλεγε ο πατέρας του (ο Καπετάν Μιχάλης) που κάθε Κυριακή παραφύλαγε πότε θα φύγουν οι παπάδες που δεν ήθελε να τους βλέπει για να μπει στην Εκκλησιά και να ευλογήσει ο Άγιος τα άρματα του. « Θέλω να πεθάνω στην Κρήτη, εκεί στο Κάστρο (Ηράκλειο). Το χώμα της Κρήτης έφτιασε το αίμα μου – αυτό θέλω να το πιει…
Φωτο 3. « Τότε ήμουνα στρατιώτης και παπάς και υπηρετούσα τη θητεία μου. Μια μέρα πριν την κηδεία του, ο διοικητής κάλεσε όλους τους στρατιωτικούς και έδωσε διαταγή να μην βγει κανείς έξω από το στρατόπεδο. Οι αρχές φοβόνταν ταραχές γιατί είχε έρθει εκκλησιαστική διαταγή να μην ταφεί ο Καζαντζάκης. Όταν θα το ‘παιρναν χαμπάρι οι Κρητικοί θα έκαναν μεγάλες φασαρίες. Εγώ ένιωσα πολύ άσχημα, δεν άντεχα να πάρω στο λαιμό μου τέτοιο άδικο. Δεν μπορούσα να αρνηθώ τα ιερά μυστήρια σ’ ένα βαφτισμένο χριστιανό που δεν έκανε ποτέ κάτι ανήθικο. Όσο αφορά τα βιβλία του δεν είμαι άξιος να τα κρίνω. Το ‘σκασα κρυφά από το στρατό τη μέρα της κηδείας. Πήρα αθόρυβα τα ράσα μου και έτρεξα στο Μαρτινέγκο και τον έθαψα. Πέρασα από στρατιωτικό δικαστήριο και μπήκα φυλακή για έξι μήνες. Ο παπα-Σταύρος Καρπαθιωτάκης σε ηλικία 87 ετών έφυγε φέτος το καλοκαίρι από την ζωή στο σπίτι του στον Άι-Γιάννη Κνωσού.
Φωτο 4. Αθήνα, οδός Ακαδημίας, 1998, η 95χρονη πλέον Ελένη υποβασταζόμενη πάει να του χαϊδέψει το κεφάλι, στα αποκαλυπτήρια της προτομής του. Ασκητής, μαγείρευε Δευτέρα και έτρωγε ως το Σάββατο από το ίδιο φαγητό, αδύνατος, πετσί και κόκαλο, στην Κατοχή στην Αίγινα όπου έμενε μόνιμα, κινδύνευσαν με την Ελένη να πεθάνουν από την πείνα, ζούσαν μόνο με χόρτα και τσάι, όταν ευτυχώς ο καλός Θεός (αν και "άθεος" ) έστειλε ένα Φραγκισκανό μοναχό από την Αθήνα ζητώντας του να μεταφράσει την βιογραφία του Αγ. Φραγκίσκου της Ασίζης οπότε και του έστειλε πακέτα με τρόφιμα, χρωστούσε στον Άγιο την ζωή του και του αφιέρωσε το έργο "ο Φτωχούλης του Θεού."
Δούλευε τόσο πολύ που έλεγες «πώς διάολο αντέχει αυτός ο άνθρωπος; ούτε ένα λεπτό δεν πήγαινε χαμένο, χωρίς δουλειά. Στην Αίγινα όταν περνούσε από τα γεμάτα καφενεία να παίζουν τάβλι ή χαρτιά γινόταν έξαλλος «Ε, κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»
Μωρέ δεν είναι κρίμα κι άδικο να μη βαστάει χίλια χρόνια η νιότη του ανθρώπου! Μπας και φοβήθηκε ο Θεός μην του πάρουμε το θρόνο, και σιγά σιγά, μπαμπέσικα, μας ξαρματώνει, μας βγάζει τα δόντια, μας ξεκλειδώνει τα γόνατα, μας τσακίζει τα νεφρά, μας θολώνει τα μάτια, και τρέχουν τα ρουθούνια και τα χείλια μας μύξες και σάλια; Δε με νοιάζει ο θάνατος, δε με νοιάζει, ας με φάει μια και καλή το βόλι…μα αυτό το σιγανό ξεγιβέντισμα! «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ»
Μωρέ τι υποφέρει κι αυτός ο Θεός, βρήκε τον μπελά του μαζί μας. Φωνάζουν τα ψάρια: Μη μας στραβώσεις, Κύριε, και μπούμε στα δίχτυα! Φωνάζουν οι ψαράδες: Στράβωσε τα ψάρια, Κύριε, να μπούνε στα δίχτυα! Ποιον από τους δυο ν’ ακούσει ο Θεός; Πότε ακούει τα ψάρια, πότε τους ψαράδες – κι έτσι πορεύεται ο κόσμος! “Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
Κάθε χρόνο υποψήφιος για το Νόμπελ από το 1950 μέχρι τον θάνατο του, το 1957. Ο ίδιος το ήθελε πολύ, όχι μόνο για την υστεροφημία του αλλά και για να αποκαταστήσει οικονομικά την Ελένη αφού η υγεία του χειροτέρευε (λευχαιμία), είχε ήδη χάσει το μάτι του. Ο Σπύρος Μελάς από την Ακαδημία Αθηνών πρωτοστάτησε στην εκστρατεία συκοφάντησης του, ο ίδιος ο Υπουργός Παιδείας της Σουηδίας ομολογεί ότι στάλθηκαν επιστολές σε όλα τα μέλη ότι τυχόν βράβευση του θα ήταν εχθρική ενέργεια προς την Ελλάδα. Το σπουδαίο ήταν ότι η Νορβηγική Ακαδημία προσφέρθηκε να του δώσει διαβατήριο και Νορβηγική υπηκοότητα για να διευκολύνει την βράβευση του αλλά αυτός αρνήθηκε, το βραβείο εάν το κέρδιζε, έπρεπε να πάει και στην Ελλάδα.
Κανένας από τους δύο νομπελίστες ποιητές μας δεν έχει τόσο πολύ μεταφρασθεί και διαβασθεί ανά την υφήλιο όσο ο Καζαντζάκης, σε παραπάνω από 41 γλώσσες και διαλέκτους, έγινε Οσκαρικές ταινίες, θεατρικα έργα, βιβλία τσέπης, best seller, πίσω σε απόσταση ο Καβάφης σε 29, ακολουθεί ο Σεφέρης σε 23 γλώσσες!
Φωτο 5, στα σχόλια. Η ευχαριστήρια επιστολή ενός παραλίγο συνάδελφου του (Νομπελίστα) του Άλμπερτ Αϊνστάιν, τον ευχαριστεί που του έστειλε μεταφρασμένο στα Γερμανικά το έργο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται»,
" Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά "
"Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή ! (ΑΣΚΗΤΙΚΗ).

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Γιώργης Ζορμπάς

Απ' όσο βλέπω, δεν είναι γραφτό την Κρήτη να την επισκεφθεί τελικά κανένας Ζορμπάς...
Ο αληθινός Γιώργης Ζορμπάς (Αλέξης ήταν το όνομα ενός πρόωρα χαμένου γιου του), ποτέ δεν επισκέφθηκε στην πραγματικότητα την Κρήτη. Συναντήθηκε με τον Καζαντζάκη στο Άγιον Όρος και στα μεταλλεία της Μάνης και τον ακολούθησε σε πολλές διαδρομές του, με σημαντικότερη αυτή του Καυκάσου, όταν ο Καζαντζάκης είχε διοριστεί από τον Ελευθέριο Βενιζέλο διευθυντής του νεοσύστατου υπουργείου Περιθάλψεως για τον επαναπατρισμό χιλιάδων Ελλήνων.
Αργότερα, όταν χώρισαν οι δρόμοι τους, ο Ζορμπάς κάλεσε μια φορά τον Καζαντζάκη να πάει στη Σερβία όπου είχε εγκατασταθεί, να δει μία όμορφη πράσινη πέτρα που είχε βρει. Όταν ο συγγραφέας του απάντησε ότι δεν μπορούσε να πάει, ο Ζορμπάς του έγραψε:
«Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες».
Χήρος από το 1912-13, με δώδεκα παιδιά, από τα οποία έζησαν τα οχτώ, δούλεψε και γύρισε πολλά μέρη, έκανε λεφτά και τα κατασπατάλησε σε φαγοπότια, γλέντια, κρασοκατανύξεις και μοιραία θηλυκά, γιατί τα πλούτη ήταν ξαφνικά και δεν τα είχε ποτέ προηγουμένως, αλλά κυρίως επειδή ήξερε ότι δεν θα τα έπαιρνε μαζί του στον τάφο.
Ο Καζαντζάκης αργότερα έγραφε ότι θα διάλεγε τον Ζορμπά για ψυχικό οδηγό. «Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί [...] να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία, αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί· τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή».
Η εγγονή του Ζορμπά, Τζένη, του χάρισε δισέγγονο τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον γνωστό, αγαπημένο εκπρόσωπο της ελληνικής ροκ μουσικής.
Ο Ζορμπάς πέθανε στη Σερβία, το 1941, και θάφτηκε αρχικά στα παλιά νεκροταφεία, νότια της πόλης. Χρόνια αργότερα τα εγγόνια του μετέφεραν τα οστά του παππού τους και τα τοποθέτησαν στον οικογενειακό τάφο στο νεκροταφείο «Μπούτελ» των Σκοπίων. Ο τάφος του εντοπίστηκε πολλά χρόνια αργότερα από ελληνική δημοσιογραφική αποστολή στα Σκόπια. Μάλιστα τον επισκέφτηκε το 1997 ο Μίκης Θεοδωράκης μετά τη μεγαλειώδη συναυλία του με το έργο του «Ζορμπάς ο Ελληνας», παρουσία του τότε προέδρου της χώρας Κίρο Γκλιγκόροφ, στην αίθουσα της όπερας του Λαϊκού Θεάτρου των Σκοπίων.
Το 1941, εν μέσω της γερμανικής κατοχής, βρήκε τον Καζαντζάκη απομονωμένο στην Αίγινα. Εκεί έφτασε το μαντάτο του θανάτου του Ζορμπά. Σε μία από τις ωραιότερες σελίδες της «Αναφοράς στον Γκρέκο» έγραψε: «Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα. Το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. […] Εκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα. […] Τι να κάμω, συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; […] Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι’ αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; Ν’ ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!». Και αυτό έκανε. Την επομένη, άγρυπνος, πήρε χαρτί και μολύβι.
Το έργο το τελείωσε τον Μάιο του 1943. Ωστόσο, ο Ζορμπάς που μπήκε στις σελίδες του βιβλίου με τίτλο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» δεν ήταν ο Γιώργης Ζορμπάς της Πραστοβάς και του Καυκάσου. Του άλλαξε το όνομα, πιθανότατα από το αρχαιοελληνικό συνθετικό «αλεξι-» (όπως αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρος) για να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που αντιστέκεται με «τη δαιμονικιάν ανταρσία του ανθρώπου να νικήσει το βάρος και την ύλη, την προγονική κατάρα». Μετατόπισε την πλοκή από τη Μάνη στην πολυμνημένη πατρίδα του, την Κρήτη, και μετασχημάτισε τον ήρωα προικίζοντάς τον με ακατανίκητη δύναμη που ενσαρκώνει την ίδια την ουσία της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της.
(Αποσπάσματα από άρθρο του Δημήτρη Παγαδάκη , https://www.protothema.gr/…/h-alithini-istoria-tou-zorba-k…/)

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Παπά Σταύρος Καρπαθιωτάκης & Καζαντζάκης

Το αποκαλυπτικό παρασκήνιο της ταφής του Νίκου Καζαντζάκη

Ο π. ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΡΠΑΘΙΩΤΑΚΗΣ ΕΙΧΕ ΜΙΛΗΣΕΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΝΟΥΔΑΚΗ ΠΡΙΝ 21 ΧΡΟΝΙΑ

1.053
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που η απόφαση που καλείται να λάβει θα χαράξει την υπόλοιπη πορεία του. Ο π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης, που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Αύγουστο, επέλεξε τον Νοέμβριο του 1957 να παρακούσει τις εντολές που είχε και να θάψει τον κορυφαίο Κρητικό λογοτέχνη και στοχαστή Νίκο Καζαντζάκη.
Στη μνήμη του π. Σταύρου Καρπαθιωτάκη, του ιερέα που συνόδευσε για την ταφή το σεπτό σκήνωμα του Ν. Καζαντζάκη, η «Π» δημοσιεύει σήμερα τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον Αντώνη Σανουδάκη την Τρίτη 18 Νοεμβρίου 1997 στο σπίτι του, στον Αη Γιάννη Ηρακλείου.
Μέρος της χρησίμευσε στην εισήγηση του κ. Σανουδάκη, με θέμα: “Η ταφή του Ν. Καζαντζάκη και η Εκκλησία Κρήτης” στο Επιστημονικό Συμπόσιο που είχε οργανώσει η “Διεθνής Εταιρία Φίλων Ν. Καζαντζάκη’’, το Μουσείο Ν. Καζαντζάκη, το Γαλλικό Ινστιτούτο, η Ένωση Φιλολόγων και ο Δήμος «Ν. Καζαντζάκης», στο ξενοδοχείο Galaxy Ηρακλείου, στις 5-7 Δεκεμβρίου 1997, για τα σαράντα χρόνια από τον θάνατο του Ν. Καζαντζάκη.
Στο Συμπόσιο παρευρέθηκε και  ο ίδιος ο π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης.
Το κείμενο της συνέντευξης έχει ως εξής:

Αντώνης Σανουδάκης
Ο κ. Αντώνης Σανουδάκης
Αντώνης Σανουδάκης: Είναι γνωστό, πάτερ μου, ότι η ελλαδική Εκκλησία αντιμετώπισε με ένα πνεύμα όχι ευρύτητας το θέμα της κηδείας του Νίκου Καζαντζάκη.
Η Εκκλησία της Κρήτης και ειδικότερα ο Μακαριστός Μητροπολίτης τότε Ευγένιος, όντας ποιμενάρχης και των “προοδευτικών” λεγομένων και των “αντιδραστικών” λεγομένων εκπροσώπων των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων κ.λπ. πώς αντιμετώπισε αυτό το όντως πρόβλημα για την Εκκλησία της Κρήτης, της ταφής δηλαδή του Νίκου Καζαντζάκη;
π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης: Προσωπική μου γνώμη είναι ότι επηρεάστηκε από τη στάση της ελλαδικής Εκκλησίας και υπήρχε πράγματι ένας δισταγμός για τη χοροστασία, επειδή πολλά λεγόταν για την πίστη του Νίκου Καζαντζάκη.
Επειδή όμως ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος ήθελε να φέρει μία ισορροπία στην Εκκλησία της Κρήτης, επικοινώνησε με το Πατριαρχείο, με τον τότε Μακαριστό μεγάλο Πατριάρχη Αθηναγόρα, και η απάντηση ήτο ότι: “Αυτά τα θέματα, τα προβλήματα, τα ρυθμίζει ο οικείος επίσκοπος.”
Τότε έκλεισε το τηλέφωνο, πήρε την απόφαση, χτύπησε το χέρι του έτσι, θυμάμαι χαρακτηριστικά, πάνω στο γραφείο και είπε: “Πάμε!”, για το ναό.


Ο π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης με τον σταυρό προπορεύεται της πομπής
Ο π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης με τον σταυρό προπορεύεται της πομπής, συνοδεύοντας το σεπτό σκήνωμα του Ν. Καζαντζάκη μέσα από τους δρόμους της πόλης του Ηρακλείου για την ταφή στο Μαρτινέγκο

Αντώνης Σανουδάκης: Σε ποιους το είπε;
π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης: Ήταν μπροστά εκεί το Δημοτικό Συμβούλιο, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, ο τότε Πρωτοσύγκελλος και μετέπειτα Μητροπολίτης Ιεραπύτνης Μακαριστός Φιλόθεος, εγώ. Πήγαμε πράγματι στο ναό του Αγίου Μηνά, στο Μητροπολιτικό Ναό.
Εκεί έγινε η ακολουθία, εψάλη κανονικότατα και μετά, στο τέλος, συνηθίζεται ένας ιερεύς να συνοδεύει τον εκάστοτε νεκρό. Για ποιους λόγους και εγώ δεν θυμάμαι, δεν ξέρω, πήρα ’γώ μία πρωτοβουλία, ίσως εκεί ο εφημέριος του ναού να είχε κάποιο άλλο πρόβλημα, επήρα ’γώ τη θέση του και συνόδευσα τον Νίκο Καζαντζάκη μέχρι τον τάφο.
Πήρα ένα πετραχήλι από το ναό μέσα, πήρα το σταυρό, αυθόρμητα, αυτοβούλως, χωρίς να μου το υποδείξει κανένας και συνόδευσα το μεγάλο νεκρό μέχρι τον τάφο του πάνω στο Μαρτινέγκο, όπου εκεί έγινε το τρισάγιο και ετάφη.
Αντώνης Σανουδάκης: Αυτή την περίοδο εσείς είσθε στρατιωτικός ιερεύς. Πώς σας αντιμετώπισε μετά η υπηρεσία σας;
π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης: Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ειδοποιήθηκα από δύο στρατιώτες να επισκεφθώ την ίδια στιγμή τον Ταξίαρχο, τον κύριο Βουδούρη, ο οποίος κι εκείνος τώρα είναι μακαρίτης. Ηρνήθην. Διά δευτέρα φορά ειδοποιήθηκα ξανά να ακολουθήσω τους στρατιώτες.
Αντώνης Σανουδάκης: Γιατί αρνηθήκατε όμως;
π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης: Διότι δεν θεώρησα ότι είχα κάνει καμία πράξη έτσι επιλήψιμη, για να παρουσιαστώ αμέσως στον Ταξίαρχο. Είθισται οι αξιωματικοί και ο στρατιωτικός ιερεύς κάθε πρωί να πηγαίνουν στην υπηρεσία τους. Ήταν απόγεμα, εγώ έκανα μια άλλη πράξη εκκλησιαστική, γιατί ήμουν ιερέας, δεν θεώρησα σκόπιμο ότι έπρεπε να ακολουθήσω την Ε.Σ.Α. Συγκεκριμένα ήταν η Ε.Σ.Α. Το θεώρησα προσβλητικό.
Γι’ αυτό, το πρωί, με τους άλλους αξιωματικούς πήγα στη Σχολή και εκεί μου ανακοίνωσε στο Γραφείο του μέσα ο Ταξίαρχος την ποινή μου. Πριν όμως μου πει για τις είκοσι μέρες φυλάκισης, πήγε να μου κάνει μία θεωρία για τις ιδέες, τις πεποιθήσεις και τα πιστεύω του Καζαντζάκη. Εγώ αυτά τα θεώρησα έτσι λίγο ξεπερασμένα.
Μάλιστα είπα μία φράση χαρακτηριστική εκεί, σε ύφος έντονο, ότι: «Εγώ, εάν δεν είχα πιστεύω και πεποιθήσεις εκκλησιαστικές δεν θα γινόμουνα στην ηλικία των είκοσι δύο χρόνων ιερωμένος ούτε η Πολιτεία θα με επέλεγε, με έκανε αξιωματικό», με τα υπονοούμενά του γύρω από τα εθνικά φρονήματα.
«Οπότε», χαρακτηριστικά είπα, «μη μονοπωλείτε την εθνικοφροσύνη εσείς οι αξιωματικοί, έχουμε κι εμείς μέρισμα. Κατάγομαι από οικογένεια φιλελεύθερη, πιστεύω στο Θεό, γι’ αυτό και είμαι ρασοφόρος, ιερωμένος, αυτή τη στιγμή, στα είκοσι δύο μου χρόνια».
Αυτός ήταν ο διάλογος που έγινε με τον Ταξίαρχο. Και το αποτέλεσμα, να τύχω μιας δυσμενούς μεταθέσεως ξανά πίσω στη Μακεδονία, ενώ είχα έρθει πριν από δύο χρόνια, πάλι από τη Μακεδονία, οπότε υπέβαλα παραίτηση και έφυγα από τη Σχολή, από την Υπηρεσία.
Αντώνης Σανουδάκης: Μια λεπτομέρεια που δεν ξέρω αν ποτέ τη μάθατε. Πιστεύετε προσωπικά ή έχετε στοιχεία ότι ο μακαρίτης, τώρα, ο Βουδούρης ενήργησε αυτοβούλως ή είχε δεχθεί και ο ίδιος πιέσεις πολιτικές ή από παρεκκλησιαστικές οργανώσεις.
π. Σταύρος Καρπαθιωτάκης: Έχω την εντύπωση, χωρίς να έχω στοιχεία, επειδή με επεσκέφθη μετά από έξι μήνες στην ενορία εδώ που είμαι, στον Άγιο Ιωάννη, στο σπίτι μου, μού έκανε μία επίσκεψη την ημέρα της ονομαστικής μου γιορτής, μετά από έξι μήνες και μάλιστα με κάλεσε να καθίσω δίπλα του, στο σπίτι μου που ήρθε βέβαια με τη γυναίκα του, με τα παιδιά του, με το γαμπρό του, και μου είπε: «Για ’κείνη μου την πράξη, έτσι, νιώθω άσκημα και ήθελα να κάνομε μία συζήτηση».
Οπότε, εγώ του απάντησα με χαμόγελο ότι: «Η Εκκλησία πάντα συγχωρεί. Θυμάμαι, τότε, λέω, τη συζήτηση που κάναμε για τον Καζαντζάκη και είπα ότι “εγώ σαν Εκκλησία έθαψα τον Καζαντζάκη, από καθήκον και μόνο, διότι η Εκκλησία συγχωρεί”. Οπότε και σαν Εκκλησία πάλι σήμερα, που είμαι και στο σπίτι μου, εδώ, σας συγχωρώ γι’ αυτή σας την πράξη».
Και γέλασε. Αλλά άφησε να εννοηθεί ότι ήτανε άνωθεν η εντολή για να μου επιβληθεί εμένα αυτή η ποινή και εκείνος έπραξε τότε το καθήκον του, ενώ εκ των υστέρων μου εξομολογήθηκε ότι το έπραξε χωρίς να το θέλει. Και τον συγχώρησα πράγματι και ήμεθα από τότε φίλοι, γίναμε πολύ φίλοι. Και μάλιστα φεύγοντας μου είπε: «Θα σε παρακαλέσω, επειδή είμαι μεγάλος στην ηλικία, όταν εγώ φύγω απ’ τον κόσμο αυτό και μείνεις, να με έχεις στην προσευχή σου στο θυσιαστήριο».


https://www.patris.gr/2018/09/10/to-apokalyptiko-paraskinio-tis-tafis-toy-nikoy-kazantzaki/

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για την κρίση



 


“Η ελληνική φυλή ήταν πάντα, είναι ακόμα η φυλή που έχει το επικίνδυνο μέγα προνόμιο να κάνει θάματα. ΄
Οπως όλες οι δυνατές, μεγάλης αντοχής φυλές, κι η ελληνική μπορεί να φτάσει στον πάτο του γκρεμού, 
κι ακριβώς εκεί, στην πιο κρίσιμη στιγμή, όπου οι αδύνατες ράτσες γκρεμίζουνται, αυτή δημιουργεί το θάμα.
Επιστρατεύει όλες τις αρετές και πετιέται μονομιάς, χωρίς διάμεσους σταθμούς, στην κορυφή της λύτρωσης. 
Το απότομο τούτο, απρόβλεπτο από το λογικό, ανατίναγμα προς τ’ απάνω ονομάζεται θάμα. ‘
Ολη μας η Ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βίαιο επικίντυνο δρασκέλισμα από το χαμό στην σωτηρία”
                                                         Νίκος ΚαζαντζάκηςΤαξίδι στον Μωριά

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

«Η σταύρωση του Ν. Καζαντζάκη» και η ιστορική αλήθεια ( Επιστολή του Κ. Γ. Καζανάκη, που δημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα του Ηρακλείου Κρήτης "Πατρίς", στις 21/8/2006).







«Η σταύρωση του Ν. Καζαντζάκη» και η ιστορική αλήθεια

Του Κ.Γ. Καζανάκη *

  Με μεγάλη έκπληξη, απορία και απογοήτευση, διάβασα στο φύλλο της “Π” της Τρίτης 8/8/2006 τη δεύτερη συνέχεια παλαιότερης δημοσιογραφικής έρευνας της κ. Ελένης Κατσουλάκη υπό τον πολύ ενδιαφέροντα τίτλο «Η σταύρωση του Νίκου Καζαντζάκη».
  Επειδή τα ιστορικά λάθη, οι υπερβολές και οι ανακρίβειες περισσεύουν, επιθυμώ να παραθέσω τα γεγονότα όπως πράγματι συνέβησαν. Αλλά ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά. «...Η φιλαρμονική του Δήμου» δεν «έπαιξε ξανά με δέηση (σ.σ.;) τον ύμνο της Κρήτης...», αλλά το πένθιμο εμβατήριο, έργο του Γ. Ντεληβασίλη συμμαθητή και στενού φίλου του Ν. Καζαντζάκη, όπως μας πληροφορεί ο αξέχαστος Φρέντυ Γερμανός στην εξαίρετη περιγραφή της κηδείας του Ν. Καζαντζάκη που δημοσιεύθηκε στο τεύχος υπ' αριθ' 109 του περιοδικού «Εικόνες» και στην οποία παραπέμπω κάθε ενδιαφερόμενο. Και που βέβαια αποτελεί πλέον ιστορικό ντοκουμέντο.
  Όσον αφορά στον τάφο του Ν. Καζαντζάκη δεν ήταν το 1972 όταν τον επισκέπτεται η ερευνήτρια όπως μας λέγει η ίδια, ούτε «χωματένιος» ούτε «μίζερος» ούτε -προς Θεού- «πεταμένος στην κορφή του Ενετικού τείχους», αλλά γρανιτένιος με θέση τιμητική, βέβαια, στην αψηλότερη τάπια του Μεγαλόκαστρου, αφιέρωμα στον «βιγλάτορα του Μαρτινένγκο». Κι αυτό με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της πολιτείας που τον γέννησε. Τούτο, άλλωστε, απεικονίζεται και σε σχετική φωτογραφία δημοσιευμένη στο «Αναμνηστικό λεύκωμα Ν. Καζαντζάκη», εκδόσεις «Δίφρος», 1961, Αθήνα, του Δήμου Ηρακλείου «από το πρώτο φιλολογικό μνημόσυνο του στο Ηράκλειο στις 10 του Γενάρη 1960», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην προμετωπίδα, και στο οποίο, επίσης, παραπέμπω.
  Στη συνέχεια η αρθρογράφος αναφέρεται στη συνάντησή της με τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο. Εκεί οι περιγραφές υπερβαίνουν κατά πολύ το μέτρο και θα ’λεγα και τα εσκαμμένα. Παραθέτω μερικά αποσπάσματα από τη συνομιλία τους όπως τα μεταφέρει η ίδια. «-Σεβασμιότατε αν μου φιλήσετε το δικό μου (σ.σ. εννοείται από τα προηγούμενα χέρι) θα σας φιλήσω κι εγώ το δικό σας». Παρακάτω: «...κορδώθηκε (σ.σ. ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος, ο σεμνός, ταπεινός και απλός αυτός άνθρωπος), σαν παγώνι.» Ο οποίος ομολογεί κιόλας, κατά την συντάξασα πάντοτε, ότι «Ξέρετε η εκκλησία είναι στενοκέφαλη».
  Επιπλέον διαβάζουμε παρακάτω : «Τον αγκάλιασα και του ’κανα νόημα να σκύψει» (σ.σ. η συντάκτις προς τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Ευγένιο). Για όνομα του Θεού κ. Κατσουλάκη!!! Και συνεχίζει: «Τον φίλησα στο μάγουλο και πήδηξα τα σκαλιά σαν αγριοκάτσικο». Όσοι όμως γνωρίσαμε τον υπέροχο αυτό ανώτατο Λευίτη και καταπληκτικό άνθρωπο, θυμούμαστε πολύ καλά πως η βιβλική και σεβάσμια μορφή του ενέπνεε όχι μόνο την πατρική αγάπη και τη βαθιά εκτίμηση, αλλά και το υπέρμετρο δέος. Και βέβαια επέβαλε την απόσταση. Την απόσταση του οφειλόμενου σεβασμού.
  Στη συνέχεια των περιγραφών φθάνουμε στα της κηδείας του Ν. Καζαντζάκη όπου, και απ’ ότι αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης από τα συμφραζόμενα, δεν υπήρχε ιερέας για να συνοδεύσει το νεκρό του Ν. Καζαντζάκη στην τελευταία του κατοικία. Αντίθετα, και κατά τους ισχυρισμούς της συντάκτου, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος της απεκάλυψε κιόλας ότι: «Κάμποσοι κληρικοί χωρίς ράσα (σ.σ.!) ακολούθησαν την νεκρική πομπή βρίζοντας (σ.σ. «Θου, Κύριε, φυλακί τω στόματί μου...») τον νεκρό, αρπάχτηκαν στα χέρια με ντόπιους Κρητικούς». Έτσι ακριβώς!   
  Τελικά, όμως, και αφού «...κανείς κληρικός δεν ήταν γύρω για να θάψει τον νεκρό.», «...ως εκ θαύματος παρουσιάστηκε ένας νέος παπάς με ράσα και με θυμιατό!», του οποίου η ίδια η συντάκτης της εν λόγω δημοσιογραφικής έρευνας κατόρθωσε να μάθει το όνομά του υποσχόμενη «...ότι ποτέ δεν θ’ αναφέρεις το όνομα του καλού τούτου ανθρώπου.», πράγμα που της ζήτησε και ο ίδιος «ο παπάς», αυτός τον οποίο με πολύ προσπάθεια κατόρθωσε η ίδια να ανακαλύψει. Όμως τον τολμηρό αυτόν ιερέα είχαν -φευ- αναγνωρίσει κάποιες χιλιάδες άνθρωποι αφού, ως γνωστόν, συνόδευσε πεζός τον νεκρό του Ν. Καζαντζάκη από τον Άγιο Μηνά ως το Μαρτινένγκο. Υπάρχουν και οι σχετικές δημοσιευμένες φωτογραφίες του Παπά Σταύρου Καρπαθιωτάκη, γιατί αυτός ήταν βέβαια ο στρατιωτικός ιερέας που το όνομά του δεν μας αποκαλύπτει ακόμη και σήμερα η συντάκτις της έρευνας.
  Αναφέρεται επίσης επανειλημμένως η κ. Κατσουλάκη στη «...σωρό του Καζαντζάκη...». Σύμφωνα όμως και με τα λεξικά της Ελληνικής Γλώσσης “σωρός”: (ο) ουσ. πολλά πράγματα ριγμένα άτακτα το ένα πάνω στο άλλο // μεγάλο πλήθος, μεγάλη ποσότητα» (Βλέπε και «Μικρό Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου - Φυτράκη». Ένας συγγραφέας θα πρέπει, είμαι σίγουρος πως θα συμφωνείτε κ. Κατσουλάκη, να είναι πάντοτε πολύ προσεκτικός όχι μόνο και στη μία λέξη που χρησιμοποιεί, αλλά, κυριολεκτικά, στο κάθε γράμμα της αλφαβήτου που γράφει.  Ιδίως όταν χειρίζεται την πλούσια, εκφραστική και γι’ αυτό δύσκολη γλώσσα μας.
  Ούτως λοιπόν έχουν τα πράγματα, όπως άλλωστε μαρτυρούν και οι πολύ πρόσφατες ιστορικές πηγές, γραπτές και προφορικές. Κάθε τι άλλο διαφορετικό είναι φανερό ότι ανάγεται στη σφαίρα του φανταστικού, στην οποία συνηθίζεται να στηρίζεται η συγγραφή κειμένων λογοτεχνικού κυρίως περιεχομένου. Το κείμενο όμως της κ. Κατσουλάκη δεν ανήκει στην κατηγορία αυτή. Κάθε άλλο. Σε κάθε, όμως, περίπτωση εννοείται ότι ο όλοι οι πολίτες -ιδίως οι αναφερόμενοι δημοσίως-, οφείλουν όχι μόνο να σέβονται όλα τα πρόσωπα και ως άτομα και ως ομάδες και να διαφυλάσσουν τη μνήμη των κεκοιμημένων, αλλ' επίσης και τα ήθη και τα έθιμα, την παράδοση, τον πολιτισμό, με μια λέξη τα «ιερά και τα όσια» ενός ολόκληρου λαού, και να μην πληγώνουν την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά του. Ιδίως όταν προέρχονται από αυτόν τον ίδιο λαό. Αυτά «προς γνώσιν» και αποκατάσταση της ιστορικής, και όχι μόνο, αλήθειας.

*Ο Κ. Γ. Καζανάκης είναι πολιτικός μηχανικός

http://www.patris.gr/articles/92193/#.WCGyYvQauSo

21/8/2006

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ: ΤΙ ΓΊΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ





Ν. Καζαντζάκη - Τι γίνεται στη Ρωσία

  Προχθές εόρτασε στη Μόσχα η Επανάσταση τα δέκα της χρόνια. Σαράντα τρεις χώρες του κόσμου έστειλαν αντιπρόσωπους εργάτες του χεριού και του μυαλού.
Τρία πράματα είδαν: 
Α’ Το εξωτερικό όραμα της Ρωσίας 
Β’ Τη φοβερή προσπάθεια 
Γ’ Τους νέους μεγάλους κιντύνους 

Α’ Το όραμα:
  Περνούσαμε απέραντες χιονισμένες στέπες. Τεράστιο είναι το σώμα της Ρωσίας, το 1/6 της γης, πλήθος ράτσες, ίσμπες χαμηλές που καπνίζουν, πράσινα καμπαναριά, τρόικες και βοδάμαξα, κι ύστερα ερημία ατέλειωτη, ποταμοί παγωμένοι, δάση πυκνά, και πάλι γυναίκες με φανταχτερούς μποξάδες, βαρυκίνητοι μουζίκοι με ξανθά, λιπαρά γένια, άλογα με αχνιστά κρουσταλλωμένα ρουθούνια. Δε διαβάζουμε πια, περνούμε, σα γαίες, τους πατριάρχες της σύγχρονης ψυχής - τον Τολστόη, το Δοστογιέφσκη, το Γόγολ. Μέρες και νύχτες. Και ξάφνου η κόκκινη Μέκα, η Μόσχα. Στη μέση, το κόκκινο Κρεμλίνο, η καρδιά της Ρωσίας, και μέσα, βαθιά στη γης, η καρδιά του Κρεμλίνου, ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Ουλιάνωφ. 
  Χιλιάδες από όλες τις ράτσες της γης - άσπροι, κίτρινοι, μαύροι είχαν έρθει στη Μόσχα να προσκυνήσουν. Μέσα στο σκοτεινό της αέρα αναγνωρίζονταν οι αδερφοί. Κόκκινα άστρα κρέμονται μέσα στην ομίχλη, οι τοίχοι είναι γιομάτοι χρωματιστές ρεκλάμες της γιορτής που παριστάνουν: Μέσα στον ήλιο ν’ ανατέλλει ένα δρεπάνι και σφυρί. Αλλού ο Λένιν, ορθός, σηκώνει το χέρι του, κι ορμούν από τη γης οι εργάτες κι οι χωριάτες κι απλώνουν, κατάμαυροι ακόμα, γιομάτοι χώμα, το χέρι τους προς το φως. Αλλού ο ερυθρός στρατιώτης, με το κόκκινο άστρο στο μέτωπο, βάζει αντήλιο το χέρι του και κοιτάζει πέρα, μακριά, με διαπεραστικά μάτια, την ερημιά.
  Επιγραφές κόκκινες στις πλατείες: “Προλετάριοι όλου του κόσμου, ενωθείτε”. Προκήρυξες με μεγάλα μαύρα γράμματα στους άσπρους τοίχους: “Τούτο έγινε στα δέκα χρόνια, τούτα θα γίνει στα ερχόμενα πέντε”, να πώς φωτίζονται οι μάζες, πώς ανεβαίνει η παραγωγή, πώς πληθαίνει η ελπίδα.
  Κι έπειτα η μεγάλη μέρα της γιορτής: η 7 του Νοέμβρη. Μισό εκατομμύριο λαός, από τα ξημερώματα ως τη βαθειά νύχτα, περνάει μπροστά από τον άγιο τάφο του Λένιν. Τα άλογα των Κοζάκων χλιμιντρούν, όλη η Μόσχα βουίζει σα στρατόπεδο.
  Τούτο είναι το εξωτερικό όραμα, το σώμα της ιδέας. Το όραμα τούτο χάρηκαν όσοι προχτές έτρεξαν απ’ όλον τον κόσμο, να ιδούν τι γίνεται πέρα στη Ρωσία.

Β’. Η φοβερή προσπάθεια 
Έπειτα, σιγά - σιγά, ένα άλλο όραμα εσωτερικό: Η φοβερή, γεμάτη αγωνία, προσπάθεια της Ρωσίας ν’ ανασηκωθεί. 
Είχε εξαντληθεί από τον παγκόσμιο πόλεμο. Η Επανάσταση ξέσπασε, γκρεμίζονται ο τσαρισμός, η φεουδαρχία, η μπουρζουαζία. Εμφύλιοι σπαραγμοί. Δεκατέσσερα κράτη εισβάλουν στο ρωσικό έδαφος, έξι εκατομμύρια ψυχές πεθαίνουν από την πείνα. Αλλά εκατομμύρια πεθαίνουν από τις κακουχίες και τις αρρώστειες, άλλα εκατομμύρια από τους πολέμους. Οι διανοούμενοι τρομάζουν κι αντιδρούν, οι χωριάτες αρνιούνται να βοηθήσουν. Ο ερυθρός σταυρός είναι πρόχειρο συμμάζωμα, κουρελήδες, πεινασμένοι, ξαρμάτωτοι. Το παγκόσμιο προλεταριάτο λιποψυχεί, αφήνει τη Ρωσία στην τύχη της. Όλος ο κόσμος, εχτροί και φίλοι, έλεγαν: “Τρεις μέρες θα βαστάξει η Επανάσταση, τρεις μήνες θα βαστάξει η Επανάσταση, παραπάνω δε μπορεί”. 
  Έκριναν με τη μίζερη, γιομάτη μικρές αλήθειες, λογική του ανθρώπου. Δεν υπολόγιζαν - γιατί αυτή δεν υπολογίζεται - τη φοβερή εκρηκτική δύναμη που συνήθως τη λέμε: Πίστη. Αυτή ανέτρεψε, όπως το ’χει συνήθεια, όλους τους μαθηματικούς υπολογισμούς της λογικής. Ο ερυθρός στρατός γιγαντώνεται, φτάνει στα 1920 τα πέντε εκατομμύρια. Τα δεκατέσσερα κράτη διώχνονται, οι εσωτερικοί εχτροί φιμώνονται, όλα, βιομηχανία, γεωργία, εμπόριο, κοινωνική ζωή, άτομο, μάζα, υποτάζονται με τη βία στην ανήλεη πίεση της Ιδέας. 
  Κι όταν ο μέγας κίντυνος πέρασε, η ιδέα ελάττωσε την πίεσή της, προκηρύχνεται η Νέα Οικονομική Πολιτική. Οι εργάτες και οι χωριάτες φιλιώνουν, κι από τότε - από το Μάρτη του 1921- αρχίζει η επίπονη, ειρηνική προσπάθεια της Ρωσίας ν’ ανασηκωθεί.
  Ο,τι σήμερα βλέπουμε, είναι αληθινά ένα θάμα. Μέσα σ’ ελάχιστο καιρό, μέσα σε έξι χρόνια, η Ρωσία κατόρθωσε ν’ ανασηκωθεί. Η βιομηχανία και η γεωργία έφτασαν, και σε πολλούς κλάδους φέτος πέρασαν την προπολεμική παραγωγή. Νέοι τρόποι, πρωτόφαντοι στην ιστορία, δοκιμάζονται να ρυθμιστεί η κοινωνική και πολιτική ζωή. Στο επίπεδο του πολιτισμού η Ρωσία, η πιο καθυστερημένη χώρα, δε συγκρίνεται με την προπολεμική Ρωσία. Σε πολλά σημεία -απελεφτέρωση της γυναίκας, προστασία της μάνας και του παιδιού, εξασφάλιση του εργαζόμενου, φωτισμός των μαζών- είναι σήμερα η Ρωσία πολύ πιο προχωρημένη από την Ευρώπη.
  Όλη τούτη η καταπληκτική ανόρθωση του πιο εξαντλημένου, του πιο καθυστερημένου λαού, δεν έγινε σε δύο τρεις γενεές. Έγινε μόνο σε έξι χρόνια, χωρίς καμιά εξωτερική βοήθεια, το εναντίο, παρ’ όλη την αντίδραση, τις δολοπλοκίες και το μίσος όλων των κρατών της γης. 
  Τούτο είναι το δεύτερο όραμα, που χάρηκαν όσοι έζησαν τους τελευταίους τούτους μήνες στη Ρωσία.

Γ’. Οι νέοι μεγάλοι κίντυνοι 
Οι πιο αφελείς σταμάτησαν στα δύο τούτα οράματα. Μα όσοι βαθύτερα νοιάζονται για την τύχη του σύγχρονου ανθρώπου, σιγά - σιγά, ξεχώρισαν μεγάλους ίσκιους απάνω στο φωτεινό πρόσωπο της ανορθωμένης Ρωσίας.  Τούτο, οι μεγάλοι κίντυνοι, είναι το τρίτο όραμα.
  Δύο είναι οι μεγάλοι κίντυνοι, που απειλούν τη Σοβιετική Ρωσία. Ο ένας είναι εσωτερικός: οι νέες αστικές τάξεις που σχηματίζονται κάτω από την προστασία της Ν. Ο. Π: Κουλάκοι, Νέπμαν, γραφειοκράτες. Ο άλλος κίντυνος είναι εξωτερικός: ο παγκόσμιος πόλεμος. 
1. Για να νιώσουμε καλά τον πρώτο κίντυνο, πρέπει καθαρά νάχουμε στο νου μας τούτο: Στις 7 του Νοέμβρη δεν έγινε μια Επανάσταση. Στις 7 του Νοέμβρη έγιναν δύο Επαναστάσεις, ολότελα διαφορετικές. 
α’. Η επανάσταση των χωρικών ενάντια στους φεουδάρχες γαιοχτήμονες                            -επανάσταση καθαρά μικροαστική
β’. Η επανάσταση των εργατών ενάντια στους αστούς -επανάσταση καθαρά σοσιαλιστική.
  Οι δύο αυτές επαναστάσεις τη στιγμή του κοινού κιντύνου ενώθηκαν κι έριξαν το δισυπόστατο καθεστώς. Μόλις ο κοινός εχτρός αφανίστηκε και κίντυνος πια δεν υπήρχε, οι σύμμαχοι της ανάγκης χωρίσανε. Οι χωριάτες, ιδιοχτήτες πια της γης, απόχτησαν όλη τη μικροαστική ψυχολογία κι αρνήθηκαν να βοηθήσουν τις σοσιαλιστικές πολιτείες. Κάθε χωριάτης νοιαζόταν για το δικό του μονάχα το χωράφι κι αρνιόταν να δουλέψει για το σύνολο. Οι εργάτες, κυριεμένοι από την άκρατη κομουνιστική ιδέα, πίεζαν τους χωρικούς, προσπαθώντας με τη βία να τους σπρώξουν στην κομουνιστική πράξη. Οι χωρικοί, οι παντοδύναμοι, πρόβαλαν παθητική αντίσταση κι όλη η Ρωσία είχε παραλύσει.
  O Λένιν υποχωρεί. Η Ν.Ο.Π. είναι ένας πρόχειρος αναγκαστικός συμβιβασμός μεταξύ στα δύο στρατόπεδα. Δίνεται σχετική ελευθερία στους χωρικούς να χρησιμοποιούν εργάτες και να διαθέτουν ελεύτερα τα γεωργικά τους προϊόντα.
Επιτρέπεται, ως ένα σημείο, το ιδιωτικό εμπόριο και η ιδιωτική βιομηχανία. Η προλετάρικη επανάσταση του εργάτη αναγκάζεται σε μερικά σημεία να υποχωρήσει στη μικροαστική επανάσταση του χωριάτη.
  Γίνεται ανακωχή. Όμως οι δύο επαναστάσεις εξακολουθούν κρυφά κι έντονα τον αγώνα. Νέες κοινωνικές τάξεις δημιουργούνται, που απειλούν την κομουνιστική επικράτηση. Από την ελευτερία που δόθηκε στο χωρικό, γεννήθηκε η νέα τάξη του κουλάκων. Αυτοί εκμεταλέβονται το φτωχό χωρικό, θησαυρίζουν στάρι και χρήματα, γίνονται ολοένα κίντυνος του κομουνισμού. Από την ελευτερία που δόθηκε στον έμπορο και στο βιομήχανο, γεννήθηκε ο νέπμαν, ο έμπορος δηλαδή και ο βιομήχανος, που με την προστασία της Ν.Ο.Π. πλουτίζουν αναίσχυντα.
  Από την ανάγκη των πολύπλοκων κρατικών υπηρεσιών γεννήθηκε η πανίσχυρη, πολυέξοδη, και κατ’ ανάγκη συντηρητική γραφειοκρατία. Αυτή επιβραδύνει και νοθέβει την κρατική κομουνιστική διαχείριση της εξουσίας.
  Τι πρέπει να γίνει; Πώς μπορεί να χτυπηθεί ο εσωτερικός τούτος κίντυνος; Δύο μεγάλες απαντήσεις υπάρχουν στο φοβερό τούτο ερώτημα. Δύο μεγάλοι αρχηγοί: Ο Τρότσκη και ο Στάλιν. 
  Πού βαδίζουμε; ρωτά ο Τρότσκη. Στον καπιταλισμό ή στο σοσιαλισμό; 
  Αν δεν παταχτούν, αμέσως τώρα οι τρεις τούτες νεογέννητες τάξες, ύστερα, σε λίγο καιρό, θα ’ναι πολύ αργά. Η ύπαιθρη χώρα, δηλαδή όλη σχεδόν η Ρωσία, θα πέσει στα χέρια των κουλάκων. Οι πολιτείες θα πέσουν στα χέρια των νέπμαν και των γραφειοκρατών. Η πολιτική του Στάλιν, φωνάζει ο Τρότσκη, στρέφεται ολοένα στα δεξιά, από τους προλετάριους στους αστούς, από τους εργάτες στους ειδικεμένους προϊστάμενους, από τους φτωχούς χωρικούς στους κουλάκους. 
  Πρέπει να στραφούμε αριστερά, ο ρυθμός να ενταθεί. Πρέπει να πιεστούν οι κουλάκοι να πουλήσουν το αποθηκευμένο στάρι που κρατούν άνεργο (900,000 τόνους). Πρέπει να επιβληθούν νέοι, μεγαλύτεροι περιορισμοί στα κέρδη των νέπμαν και τέλος πρέπει να ξεκαθαριστεί η γραφειοκρατία. Έτσι θα βρούμε τα χρήματα να φέρουμε μηχανές, να χρησιμοποιήσουμε δυνάμεις, να εκμεταλλεφτούμε τις πρώτες μας ύλες, να βιομηχανοποιήσουμε τη Ρωσία. Ο εργάτης κι όχι ο χωριάτης πρέπει να ’ναι ο κύριος της Ρωσίας. Γιατί ο εργάτης είναι από τη φύση κομουνιστής, ενώ ο χωριάτης είναι από τη φύση μικροαστός. Κι επειδή όλοι σχεδόν οι Ρώσοι είναι χωρικοί, ο χωρικός, σαν θέλουμε να επικρατήσει ο κομουνισμός, πρέπει να μετατραπεί σε αγροτικό εργάτη. Πώς; Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει: η βιομηχανοποίηση της γεωργίας. Ο Λένιν είπε: “Μονάχα άμα περιτυλίξουμε το χωρικό με ηλεχτρικά σύρματα, θα τον κάνουμε κομουνιστή”. 
  Αυτό είναι το εσωτερικό πρόγραμμα του Τρότσκη. Το εξωτερικό του πρόγραμμα είναι τούτο: Η Ρωσία απομονωμένη, δε μπορεί ποτέ να γίνει άρτια κομουνιστική πολιτεία. Ανάγκη λοιπόν να εντείνουμε την προπαγάνδα στο εξωτερικό και να οργανώσουμε επαναστατικά το παγκόσμιο προλεκταριάτο. 
  Ο Στάλιν ξαμώνει στο ίδιο σημείο, όπου και ο Τρότσκη: στο θρίαμβο του κομουνισμού. Μα η διαφορά τους είναι διαφορά αρχής συνάμα και ταχτικής. Ο Τρότσκη λέει: Πρέπει, για να θριαμβέψει ο κομουνισμός, να στραφούμε ενάντια στο χωρικό. Μονάχα ο εργάτης μπορεί να γίνει κομουνιστής. Ο Στάλιν, πιστός στη διδασκαλία του Λένιν, απαντά: Δεν υπάρχει ένας χωρικός υπάρχουν τριών ειδών χωρικοί:
1) Φτωχοί, κι αυτοί είναι δικοί μας
2) Μεσαίοι, κι αυτοί πρέπει και μπορούν να γίνουν δικοί μας
3) Πλούσιοι, οι κουλάκοι, κι αυτοί είναι εχτροί μας. Δεν πρέπει λοιπόν να κηρύξουμε τον πόλεμο εναντίον του χωρικού γενικά, παρά εναντίον των κουλάκων μονάχα. Αυτόν τον πόλεμο, πριν δύο χρόνια, δε μπορούσαμε να τον κηρύξουμε, γιατί οι κουλάκοι μας ήσαν χρήσιμοι για τη μεγάλη καλλιέργεια της γης. Δεν είχαμε τότε ισχυρά τα δύο μεγάλα όπλα, που θα εξοντώσουν τους κουλάκους -τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς και τα τεχνικά μέσα. Σήμερα που οι συνεταιρισμοί πήραν τόση ένταση και αποχτούμε ολοένα νέες μηχανές, πολεμάμε, ακίντυνα πια, τους πλούσιους χωρικούς. Δεν τους δίνουμε ψήφο, δεν τους κάνουμε ευκολίες, τους επιβαρύνουμε με φόρους. 
  Όμοια, στην εξωτερική πολιτική, πρέπει να ’μαστε πολύ συνετοί. Δεν πρέπει να διακιντυνέβουμε την ειρήνη με επεμβάσεις στα εσωτερικά ξένων κρατών, κάνοντας έντονη προπαγάντα. Το παγκόσμιο προλεταριάτο δεν είναι ακόμη ώριμο για επανάσταση. Για την ώρα μια είναι η μεγάλη προπαγάντα: Να ζει και να ευημερεί η σοβιετική Ρωσία. 
  Κι ο δύο τούτες φαινομενικά αντίθετες ροπές, συνεργάζονται χωρίς να το ξέρουν. Ο Στάλιν, χωρίς το βίαιο μαστίγωμα του Τρότσκη, ίσως θα υποχωρούσε περισσότερο στη σφοδρή πίεση του κουλάκων και νέπμαν. Ο Τρότσκη, αν ήταν στην εξουσία, θα ήταν επικίντυνος από τη βιαιότητα του ρυθμού του. Οι δύο μαζί, ο ένας σαν δράση, ο άλλος σαν αντίδραση δημιουργούν μια συνετή και συνάμα, όσο επιτρέπει η πραγματικότητα τολμηρή συνισταμένη. Τούτο είναι το σοβαρότερο εσωτερικό πρόβλημα, σήμερα, της Ρωσίας. 


ΙΙ. Ο δεύτερος κίντυνος έρχεται απέξω: Είναι ο παγκόσμιος πόλεμος.
Τα τεχνικά μέσα του καπιταλιστικού κόσμου είναι ακόμη ασύγκριτα ανώτερα από τα τεχνικά μέσα που διαθέτει η σοβιετική Ρωσία. Πώς η Ρωσία θα φτάσει κι ακόμη πιότερο, πώς θα ξεπεράσει βιομηχανικά τον καπιταλιστικό κόσμο, αν θέλει να τον νικήσει; Η νίκη πάντα στεφανώνει το καθεστώς, που εξασφαλίζει στην κοινωνία οικονομικό επίπεδο.
  Τα καπιταλιστικά κράτη θα δώσουν στη Ρωσία τον καιρό ν’ αναπτύξει τη βιομηχανία της και να εκμεταλεφτεί τις αστείρεφτες πρώτες της ύλες; Ιδού το σκοτεινό ερώτημα που απασχολεί σήμερα όλους τους Ρώσους από τον πιο ταπεινό εργάτη ως το Στάλιν και τον Τρότσκη. Ειρήνη, ειρήνη, τίποτε άλλο δε ζητάει σήμερα η Ρωσία. Τρεις είναι οι μεγάλες ελπίδες, που ίσως ν’ αποτρέψουν από τον κόσμο το νέο παγκόσμιο πόλεμο:
1. Ο στρατός της Ρωσίας. Όσο ισχυρότερος είναι, τόσο οι καπιταλιστικές δυνάμεις τον υπολογίζουν και συλλογίζονται πριν ν’ αποφασίσουν την επίθεση.
2. Η έλλειψη ομοφωνίας στα καπιταλιστικά κράτη. Ο αστικός κόσμος δε μισεί μονάχα τη Ρωσία. Αλληλομισείται και αλληλοϋποβλέπεται. Δεν είναι απίθανο να βρεθούν καπιταλιστικά κράτη να πάνε προσωρινά με το μέρος της Ρωσίας για να συντρίψουν τους εχτρούς των.
3.Ο φόβος που κρατάει τα αστικά κράτη μην τύχει και ο καπιταλιστικός πόλεμος μετατραπεί σε πόλεμο κοινωνικό.
  Τραγική είναι η θέση και των δύο αντίπαλων κόσμων. Ο ένας ακόμη δεν ωρίμασε και ζητάει προθεσμία μερικά χρόνια ειρήνης. Ο άλλος που υπερωρίμασε και σχεδόν αποσυνθέτεται, καταλαβαίνει με δραματική σαφήνεια, πόσο ολέθρια μπορεί να του είναι η ειρήνη, και πόσο εξ ίσου ολέθριος μπορεί να του είναι ο πόλεμος.

  Αναπνέουμε, αστοί και κομουνιστές, έναν αέρα γιομάτο αγωνία. Αν στην κρίσιμη τούτη στιγμή, που περνάει η ανθρωπότητα, η απάντηση εξαρτιόταν μονάχα από τους οικονομικούς παράγοντες, η θέση της Ρωσίας θα ’ταν δεινή. Μα υπάρχει κι άλλη αστάθμητη, ανεξέλεγκτη δύναμη αυτό που επιπόλαια το λέμε, γιατί δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να το ονομάσουμε, Ιδέα και Πίστη. Αυτή, στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας, δίνει τη νίκη. Όσοι με αμεροληψία θωρούν την αποσύνθεση, την αδικία, την απιστία του ενός στρατόπεδου - την ορμή προς τη δημιουργία και τη φλεγόμενη πίστη του άλλου στρατόπεδου, ξέρουν πως η φοβερή τούτη δύναμη, που δίνει τη νίκη, είναι με τη Ρωσία. 
  Έτσι ανάπνεα στη Μόσχα έναν αέρα απειλής κι ελπίδας. Μήτε απόλυτη επικίντυνη αισιοδοξία απλοϊκού πιστού, μήτε απόλυτη επικίντυνη απαισιοδοξία λογικεβόμενου απίστου. Ήξερα πως όπως κάθε δημιουργία, η Ρωσική μοίρα - κι επομένως η μοίρα όλων των εργαζόμενων της γης υπόκειται σε όλες τις σκοτεινές και φωτεινές δυνάμεις. Αν όλες οι γενναίες ψυχές της εποχής μας επιθυμήσουν έντονα τη σωτηρία, η σωτηρία θα ’ρθει. Αν λιγοψυχήσουν, η σωτηρία θ’ αργήσει ή θα ’ρθει μισερή. Ένιωθα, στην κρίσιμη τούτη στιγμή του κόσμου, την ευθύνη του κάθε ανθρώπου.
  Μέσα στη μεγάλη τούτη ανησυχία μου, μια μέρα, στη Μόσχα, συνάντησα τον Παναΐτ Ιστράτη. Βρισκόταν στην ίδια ταραχή. Είχε πριν λίγες μέρες παρατήσει το Παρίσι, το δυτικό πολιτισμό κι ερχόταν με απληστία, ανησυχία κι ελπίδα να ιδεί τι γίνεται στη Ρωσία, κι αν αληθινά εδώ μια γενναία ψυχή μπορούσε ν’ αναπνέψει.
  Μου άρεσε, ευτής απ’ αρχής, το πρόσωπό του το λιγνό κι αυλακωμένο, κι η έκφραση του πολυβασανισμένου νικητή. Όλοι ξέρουμε την ηρωική εποποιία της ζωής του. Μέσα του χοχλάζει το παράφορο, αλήτικο Κεφαλονίτικο αίμα. Τα μάτια του λαχταρούν να ιδούν, τα χέρια του λαχταρούν να αγγίξουν αχόρταγα όλη την εφήμερη τούτη αγαπημένη γης που πατούμε. Πεινάει, δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει τον κόσμο δουλέβοντας, γυμνητέβοντας, μεθυσμένος από ευτυχία. 
  Γιατί τούτο πρέπει καλά να τονιστεί: Λίγοι άνθρωποι στον κόσμο στάθηκαν τόσο ευτυχισμένοι όσο ο Παναΐτ Ιστράτη. Γιατί η δυνατή ψυχή του μετουσίωνε την πείνα σε χορτασμό και τη γυμνόποδη περιπλάνηση σε λεφτεριά. Όπου όλοι οι άλλοι άνθρωποι μπορούσαν να χαθούν, ο Παναΐτ Ιστράτη ανάπνεε βαθιά, μ’ ευγνωμοσύνη, τον αέρα του κόσμου. 
  Όμοια το έργο του Ιστράτη είναι αχόρταγη λαχτάρα ζωής, αγάπη σε ό,τι υπάρχει, υποφέρει και ζει. Είναι το έργο του μια πηγή πολυσάλεφτη, που πηδάει από την αγιασμένη λάσπη, όπου ζούμε, και χαίρεται τον ήλιο.
  Ο Ιστράτη δεν είναι μήτε διηγηματογράφος, μήτε μυθιστοριογράφος. Είναι κάτι πολύ πιο ανατολίτικο, πιο πρωτόγονο, πιο κοντά στις απλές δυνάμεις της γης και της ψυχής. Ο Ιστράτης, σαν τους ανατολίτες, κάθεται διπλογόνατος, ακουμπά όλος στο χώμα και αφηγάται. Σπάνια άνθρωπος αφηγήθηκε με τόση χάρη και δύναμη. Τον ακούμε κι η γης μεγαλώνει. Ο ξακουστός Σουλτάνος της Ισπανίας Αβδουλραχμάν έλεγε στον αγαπημένο ποιητή του: “Ισάα, όταν σ’ ακούω να μιλάς, τα σύνορα του βασίλειου μου πλαταίνουν”. Όμοια, γρικώντας τον Ιστράτη, νιώθουμε να πλαταίνει το βασίλειό μας - η ψυχή. Ο Ιστράτη χαίρεται να ακούει τη φωνή του, χαίρεται να θωράει τη ζωή να γελάει και να κλαίει, και τη μικρή ζεστή καρδιά του ν’ αγαπάει και να φωνάζει. Δεν υπηρετεί καμιά αφηρημένη ιδέα. Όλες οι αφηρημένες ιδέες υπηρετούν τη μεγάλη, απλοϊκή ψυχή του. Δεν είναι κομουνιστής ή αστός, εργάτης ή διανοούμενος.
  Ζει πέρα από τις εφήμερες τούτες ετικέτες της σύγχρονης φρασεολογίας. Είναι απλούστατα η ψυχή, που μέσα σ’ ένα ανθρώπινο σώμα μάχεται για λεφτεριά.
Σήμερα η μάχη αυτή ονομάζεται κομμουνισμός. Ο Ιστράτης ακούει τη λέξη και πολεμάει να της δώσει τη θερμότητα της καρδιάς του. Τον θυμάμαι όταν γυρίζαμε στη Ρωσία, πώς περιφρονούσε το λογικό διάγραμμα και την οικονομική έκφραση της ιδέας. Ενα μόνο τον ενδιέφερε: ο άνθρωπος ο ζωντανός, ο θερμός λόγος, η άμεση επαφή. Στο Κίεβο, μερόνυχτα πολλά, ακούγαμε ανθρώπους - απλοϊκούς εργάτες, Έλληνες, Ρουμάνους, Ρώσους - να μας διηγούνται τι είδαν τα μάτια τους στην Επανάσταση, πόσο πόνεσαν και τώρα πώς ζουν και πώς πιστέβουν. Ο Ιστράτη σκυμμένος ακούει, όλη του η καρδιά έτρεμε, ανέβαινε σιγά -σιγά και σχηματιζόταν μέσα του όλη η Ρωσία, η μαρτυρική, η αιματωμένη, η σταυρωμένη, η μόνη ελπίδα της γης.