Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

"Ο έμπορος τη Βενετίας" και το χρέος




  
 
 Ο Έμπορος της Βενετίας

  Ο Έμπορος της Βενετίας είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Υπολογίζεται ότι γράφτηκε μεταξύ 1594 και 1597. Αν και ανήκει στις "κωμωδίες" του Σαίξπηρ, έγινε πιο γνωστό για τις δραματικές του σκηνές, όπως η σκηνή στο δικαστήριο, αλλά και για τη σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Εβραίου Σάιλοκ, που θέτει ερωτήματα αντισημιτισμού.
  Ο τίτλος του έργου αναφέρεται στον έμπορο Αντόνιο κι όχι στον ανταγωνιστή του, τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ. Ο Σάιλοκ είναι ένας πολύπαθος χαρακτήρας, αλλά είναι κι αυτός που προκαλεί το μαρτύριο του Αντόνιο, με αποτέλεσμα η απέχθεια ή η συμπάθεια για το πρόσωπό του να επαφίεται στην κρίση του κοινού.

  Υπόθεση του έργου
  Ο Μπασάνιο, ένας νεαρός από τη Βενετία, θέλει να ταξιδέψει στο Μπελμόντε για να πολιορκήσει την όμορφη και πλούσια κληρονόμο Πόρσια. Γι' αυτό ζητά βοήθεια από το φίλο του, τον έμπορο Αντόνιο, προκειμένου να του δώσει 3000 δουκάτα για τα έξοδα του ταξιδιού του για 3 μήνες. Καθώς όλα τα πλοία του Αντόνιο δεν έχουν ακόμα ολοκληρώσει τα ταξίδια τους στη θάλασσα, ζητά δάνειο από τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ. Καθώς ο Αντόνιο είχε καταφερθεί εναντίον του, κακόβουλα ο Σάιλοκ προτείνει τον εξής όρο στο συμβόλαιο: αν ο έμπορος Αντόνιο αδυνατεί να ξοφλήσει το δάνειό του μέσα στον ορισμένο χρόνο, ο Σάιλοκ θα πάρει μια λίβρα σάρκας από οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Ο Αντόνιο, έκπληκτος από τη "γενναιοδωρία" του Σάιλοκ που δε ζητεί χρήματα ως αντάλλαγμα, αποδέχται τον όρο κι έτσι ο Μπασάνιο, μαζί με το φίλο του, Γκρατσιάνο, φεύγουν για το Μπελμόντε.
  Στο Μπελμόντε, η Πόρσια πολιορκείται από μνηστήρες. Στη διαθήκη, όμως, που άφησε ο πατέρας της, έχει ως όρο ότι όλοι οι μνηστήρες θα πρέπει να διαλέξουν ένα από τρία κουτιά: ένα χρυσό, ένα ασημένιο κι ένα από μολύβι. Ένα από τα τρία περιέχει ένα μικρό πορτρέτο της Πόρσια κι αυτός που θα το βρει θα την κερδίσει. Μετά από δυο αποτυχημένες προσπάθειες από τους Πρίγκιπες του Μαρόκου και της Αραγωνίας, ο Μπασάνιο διαλέγει το μολυβένιο κουτί και κερδίζει την Πόρσια. Τα άλλα δυο κουτιά περιέχουν περιπαικτικούς στίχους: από εδώ προέρχεται κι η γνωστή φράση "Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός".
  Στη Βενετία, μαθαίνεται πως όλα τα καράβια του έμπορου Αντόνιο έχουν χαθεί στη θάλασσα κι έτσι αδυνατεί να ξεπληρώσει το δάνειο. Ο Σάιλοκ βάζει να συλλάβουν τον Αντόνιο, αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση από τους Χριστιανούς, καθώς η κόρη του, Τζέσικα, κλέφτηκε με το νεαρό Λορέντζο κι έγινε Χριστιανή. Τα νέα φτάνουν στο Μπελμόντε, όπου οι δυο νιόπαντροι φίλοι, Μπασάνιο και Γκρατσιάνο, επιστρέφουν εσπευσμένα στη Βενετία, ενώ οι σύζυγοί τους, Πόρσια και Νερίσσα, αποφασίζουν να συμβουλευτούν το δικηγόρο Μπελάριο, ξάδερφο της Πόρσια στην Πάδοβα.
Η δραματική κορύφωση του έργου πραγματοποείται στο δικαστήριο του Δόγη της Βενετίας. Ο Αντόνιο προσφέρεται να αποζημιώσει το Σάιλοκ με τα διπλά χρήματα (6000 δουκάτα), αλλά ο τοκογλύφος επιμένει κι απαιτεί μια λίβρα σάρκας από τον έμπορο. Ο Δούκας συμβουλεύεται τον Μπαλτάσαρ, έναν νεαρό μελετητή του νόμου, που έχει καταφτάσει με το βοηθό του, που δεν είναι παρά η Πόρσια κι η Νερίσσα μεταμφιεσμένες. Η Πόρσια ζητά από το Σάιλοκ να δείξει έλεος, αλλά εκείνος αρνείται, οπότε το δικαστήριο του επιτρέπει να πάρει αυτό που ζητά από τον Αντόνιο.
  Την τελευταία στιγμή, η Πόρσια αναδεικνύει μια λεπτομέρεια: ο όρος έλεγε να αφαιρεθεί μια λίβρα σάρκας, άρα όχι αίμα. Αν ο Σάιλοκ έχυνε αίμα του Αντόνιο, όλη η περιουσία του θα κατασχόταν. Ηττημένος, ο Σάιλοκ αποδέχεται την πληρωμή του με χρήματα, αλλά η Πόρσια αναφέρει ότι η περιουσία του πρέπει να κατασχεθεί, μισή από την κυβέρνηση και μισή από τον έμπορο Αντόνιο, επειδή αποπειράθηκε να αφαιρέσει τη ζωή ενός πολίτη. Ο Δούκας χαρίζει τη ζωή στο Σάιλοκ κι ο Αντόνιο παραχωρεί το μερίδιό του στο Λορέντζο και τη Τζέσικα, ενώ με παρέμβασή του, ο Δούκας υπόσχεται να παραχωρήσει το μισό της περιουσίας του στο Σάιλοκ, αν γίνει Χριστιανός.
  Ο Μπασάνιο δεν αναγνωρίζει τη μεταμφιεσμένη σύζυγό του και δέχεται να της προσφέρει ένα δώρο. Ο "Μπαλτάζαρ" ζητά τα γάντια και το δαχτυλίδι του κι εκείνος απρόθυμα τα δίνει, καθώς είχε υποσχεθεί στην Πόρσια να μην τα αποχωριστεί ποτέ.   Όταν γυρίζουν στο Μπελμόντε, ταλαιπωρούν τους συζύγους τους, αλλά τελικά τους αποκαλύπτουν τη μεταμφίεσή τους. Όλοι καταλήγουν ευτυχισμένοι, εκτός από το Σάιλοκ, καθώς ο Αντόνιο τελικά μαθαίνει ότι τρία από τα πλοία του δε βυθίστηκαν και γύρισαν στη Βενετία.
(Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.)





Η μετανάστευση τότε και τώρα




  Από προεκλογικό φυλλάδιο των εκλογών της 16ης Φεβρουαρίου1964 (μισόν αιώνα πριν!), της Ενώσεως Κέντρου. Από τότε (ήμουν εννέα, μόλις, χρονών!), παρακολουθώ την πολιτική σκηνή, συνεχώς και αδιαλλείπτως!
  Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, στα χρόνια που πέρασαν δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα στην πολιτική της Δεξιάς! Ή μάλλον κάτι έχει... χειροτερέψει: Τώρα οι μετανάστες είναι σπουδαγμένοι! Με έξοδα δικά μας εννοείται, και όχι της Γερμανίας που τους εκμεταλλεύεται!                                (Το πρωτότυπο βρίσκεται στο προσωπικό αρχείο του συντάκτου.)

(Απόσπασμα από το ανέκδοτο έργο του Κ.Γ. Καζανάκη υπό τον τίτλο:  
Για την ανατροπή και την έξοδο από την κρίση,
και τον υπότιτλο:
Μια κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικού χαρακτήρα
ανοιχτή επιστολή προς σ’ ένα φίλο).




Ο Παπαδιαμάντης για το χρέος






[…] Και είς περίεργος άνθρωπος με χονδρόν άσχημον πρόσωπον, με παχύτατον μύστακα επικαθήμενον ως στοιβιά επί των μήλων των παρειών του, έως τους οφθαλμούς, ημιναύτης και ημιεργάτης και ημιεκφορτωτής (ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος όστις πηδαλιουχών ποτέ εν μακρώ ταξιδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν, επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου, περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμνην έως την πρώραν: «Τι έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις;» κι εκείνος απήντησε:
«Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα τα πληρώσουμε, τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το Έθνος!»· […]

  Από το διήγημα   υπό τον τίτλο Ολόγυρα  στη  λίμνη και τον υπότιτλο Αναμνήσεις προς φίλον (1892) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
(Ο τονισμός του Κ. Γ. Καζανάκη).

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης για την κρίση. Αποισπάσματα από αυτά που μας άφησε.




  «[…]  Όμως η αδικία, όσο να κάμη η αντρεία, νικιέται, […]
[…] Ότι η δυστυχής πατρίδα ποτέ δεν είδε πατρική Κυβέρνησιν […]
[…] Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίγοι τους δυστυχείς Έλληνες. Εις τις πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα δια-να μην υπάρξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαιοσύνην την αγγλική, καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νηστικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσσοι Ρούσσους κι’ ο Μετερνίκ της Αούστριας Αουστριακούς -κι’ όποιος τους φάγη από τους τέσσερους. Και τους λευτερώνουν χερότερα κι’ από τους Τούρκους. […] Του λέγω οι ευεργέτες μας οι Ευρωπαίγοι έτζι θέλησαν να μας κάμουν εμάς τους αγωνιστάς όμως τους φίλους τους και κόλακές τους τους ευτύχησαν πολλά καλά. […]
[…] Ύστερα μας γιομώσετε και φατρίες -ο Ντώκινς μας θέλει Άγγλους, ο Ρουγάν Γάλλους, ο Κατακάζης Ρούσσους και δεν αφήσετε κανένα Έλληνα- πήρε ο καθείς σας το μερίδιόν του και μας καταντήσετε μπαλαρίνες σας και μας λέτε ανάξιους της λευτεριάς μας, ότι δεν την αιστανόμαστε. Το παιδί όταν γεννιέται, δεν γεννιέται με γνώση οι προκομμένοι άνθρωποι το αναστήνουν και το προκόβουν. Τέτοια ηθική είχετε εσείς και προκοπή, τέτοιους καταντήσετε κ’ εμάς τους δυστυχείς. Όμως του κάκου κοπιάζετε. […]
 […] Δεν θυμήθη ο Κυβερνήτης όταν ορκίστη δια εφτά χρόνια, ορκίστη ’σ το σύνταμα –κι’ αυτός ευτύς το χάλασε. […]
[…] Ρώτησαν τον Κυβερνήτη «Διατί χάλασες τους νόμους και το Βουλευτικόν; Είπε «Δεν το ’θελε η Ευρώπη». Κι’ αν ήταν ’λικρινής άνθρωπος, να έλεγε των Ευρωπαίγων ότι «Εγώ δεν πάγω εις την πατρίδα μου να γένω επίγιορκος, να τους χαλάσω εκείνο οπού απόχτησαν με ποταμούς αίματα». […] Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε τρώνε από ’μάς και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν κι’ όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. […]
[…] Αποφάσισαν οι νοικοκυραίοι ότι η τυραγνία των Τούρκων -την δοκιμάσαμεν τόσα χρόνια, δεν υποφέρνονταν πλέον. Και δι’ αυτείνη την τυραγνία, οπού δεν ορίζαμεν ούτε βιον, ούτε τιμή, ούτε ζωή (ξέραμεν κι’ ότ’ ήμασταν ολίγοι και χωρίς τ' αναγκαία του πολέμου) αποφασίσαμεν να σηκώσωμεν άρματα αναντίον αυτής της τυραγνίας. Είτε θάνατος, είτε λευτεριά. […]»
                                                                                                 
                                                                                                          Στρατηγός Μακρυγιάννης
 

      (Οι τονισμοί του  Κ. Γ. Καζανάκη)

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Ίριδα & Αντώνης

https://www.youtube.com/watch?v=deLh29PWR78&feature=youtu.be

Ο θεατρικός σκηνοθέτης Γιώργος Αντωνάκης. Μαγνητοσκόπηση έργων που έχει σκηνοθετήσει

https://www.youtube.com/channel/UCxg4nmkOP2D8g1Nkkj2CnBQ

"Το κόκκινο ταγκό" Μικρό σημείωμα για ένα μεγάλο βιβλίο






Το «Κόκκινο Ταγκό» είναι η πολυκύμαντη ιστορία
μιας τραγικής προσωπικότητας,
του ιστορικού ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη,
από την άνοδο έως την πτώση του,
με φόντο τον Εμφύλιο και τη ζωή των Ελλήνων μεταναστών
στην πρώην Σοβιετική Ένωση.
Το μυθιστόρημα παρουσιάζει δύο πρωτοτυπίες:
η πρώτη είναι ότι αναφέρονται δύο συγγραφείς:
ο γνωστός από την τηλεόραση αείμνηστος Κώστας Κουτσομύτης
(που δεν πρόλαβε, δυστυχώς, να το δει τυπωμένο),
και ο γιατρός και συγγραφέας Ευάγγελος Μαυρουδής.
Πώς γράφουν δύο συγγραφείς;
και επειδή το ύφος είναι ενιαίο
-άρα ο συγγραφέας είναι ένας, ο Κουτσομύτης μάλλον-,
μήπως ο έτερος έχει κάνει όλη την (τεράστια) ιστορική έρευνα;
όπως και να ’χει το πράγμα, το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό!
Η δεύτερη πρωτοτυπία:
στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου
αναγράφονται όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται σ’ αυτό,
ιστορικά και μυθοπλαστικά,
καθώς και πλήρης (και εκτεταμένη) βιβλιογραφία.
Έτσι ο αναγνώστης έχει ανά πάσα στιγμή προ οφθαλμών
την ταυτότητα των προσώπων
που «ζουν» μέσα στις σελίδες της ιστορίας,
ακόμη και αν διακόψει την ανάγνωση του βιβλίου
για κάποιο χρονικό διάστημα.
Μόνο που αυτό είναι απίθανο να συμβεί
γιατί είναι από τα μυθιστορήματα εκείνα
που τα διαβάζει κανείς απνευστί!
Ο αναγνώστης, επιπλέον,
μπορεί να προσφύγει στην παρατιθέμενη βιβλιογραφία
για να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες,
ή για να βεβαιωθεί δια του λόγου το αληθές
των αναγραφομένων στο ενλόγω μυθιστόρημα.
Κατά τα άλλα, η αγωνία είναι συνεχής,
η πλοκή ενδιαφέρουσα και συναρπαστική,
οι εναλλαγές αμέτρητες, οι εκπλήξεις πολλές και οι ανατροπές απρόσμενες.
Η «Κινηματογραφική αφήγηση», η συνεχής και απρόσκοπτη ροή του λόγου,
και η γλαφυρή αφήγηση δεν αφήνουν τον αναγνώστη να πλήξει ούτε στιγμή!
Τα πιο πετυχημένα μυθιστορήματα είναι, τελικά,
εκείνα που γράφει η ίδια η ζωή, ξεπερνώντας κάθε φαντασία!
Θα άξιζε να γίνει και κινηματογραφική ταινία ή τηλεοπτική σειρά˙
γι’ αυτό το τελευταίο, άλλωστε, το προόριζε ο Κουτσομύτης,
αλλά, δυστυχώς, η οικονομική κρίση και ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία
(όπου υπήρχε το απαιτούμενο υλικό το οποίο καταστράφηκε),
του ανέτρεψαν τα σχέδια.
Ένα άλλο κέρδος για τον αναγνώστη
είναι η εικόνα που σχηματίζει για τον (στρεβλό) Υπαρκτό Σοσιαλισμό
και για τους λόγους της κατάρρευσής του.
Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν είναι αποδεκτό από κύκλους περί το ΚΚΕ,
οι οποίοι το... καταδικάζουν ως... προπαγάνδα της αντίδρασης!
Στο «Δια ταύτα»:
ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα,
ένα μυθιστόρημα που κόβει την ανάσα,
ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί απ’ όλους!